Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Η ΤΑΣΙΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΤΙΣ ΦΟΒΕΡΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1948


Του Αγίου Σπυρίδωνος σήμερα και η Κέρκυρα γιορτάζει τον πολιούχο άγιό της. Μια άλλη πόλη όμως σήμερα πάλι, έχει μια διαφορετική επέτειο, που καθώς δεν εορτάζεται γιατί πολλοί θέλουν να την ξεχάσουν, απομακρύνεται με το πέρασμα του χρόνου και σβήνει από τη μνήμη αυτών που έζησαν δυο κολασμένες ημέρες στην Καρδίτσα, σαν σήμερα και αύριο το 1948 που επιτέθηκε και κατέλαβαν για δυο μέρες την πόλη οι αντάρτες του ΔΣΕ.
Τι θυμάμαι τώρα θα μου πείτε και τι παλιές πληγές ξύνω; Δεν γίνονταν όμως αλλιώς, αυτό το τραγικό διήμερο που έζησε η Καρδίτσα εκείνη τη χρονιά, είναι ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στο βιβλίο μου «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» που αυτές τις ημέρες τελειώνω και στις σελίδες του είναι πολλές οι αφηγήσεις των ανθρώπων, που νεαρά παιδιά και κορίτσια τότε, έζησαν φοβερές στιγμές και πολλά απ’ αυτά απήχθησαν από τους αντάρτες και υποχρεώθηκαν να γίνουν αντάρτες και να πολεμήσουν μέχρι το τέλος του Εμφυλίου.

Πάνω από 1000 ήταν τα άτομα που «στρατολόγησε» εκείνο το διήμερο ο ΔΣΕ και τους μετέφερε, μέσα σε απίστευτες συνθήκες στα χιονισμένα Άγραφα. Από αυτούς, πολλοί δεν γύρισαν και χάθηκαν είτε στις μάχες που ακολούθησαν μέχρι την πτώση του Γράμμου. Πολλοί επίσης ήταν εκείνη που κατάφεραν να ξεφύγουν από τους αντάρτες ενώ δεν ήταν και λίγοι αυτοί που έπεσαν στα χέρια του Εθνικού Στρατού και ανάλογα βέβαια την ιδιότητα του καθενός, κάποιοι πήγαν στις φυλακές και στα ξερονήσια και όσοι έζησαν, σαν ησύχασαν τα πράγματα γύρισαν στα χωριά τους και κατάφεραν να τα αναστήσουν. 
Ανάμεσά τους και η κυρά Τασιά Μονάντερου (Καστρίτση στο πατρικό της) που απήχθη σαν σήμερα από την Καρδίτσα, πέρασε μια εβδομάδα ταλαιπωρίας με τους αντάρτες στα χιονισμένα Άγραφα αλλά την άφησαν ελεύθερη λόγω της ηλικίας (μόλις 14 χρονών ήταν όταν θέλησαν να την κάνουν αντάρτισα) και επέστρεψε με τη χήρα μάνα της την άνοιξη του ’50 πάλι στο χωριό Νεράιδα, όπου ζει μέχρι σήμερα μαζί με τον άντρα της Δημήτρη. (Η φωτογραφία στην αυλή μπροστά από το μαγαζί που διατηρούν ως σήμερα στο χωριό).

Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

ΜΙΑ ΠΙΚΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

Μαζί με τον Στέφανο Θεολόγη και τη γυναίκα του Αθηνά, στο μνημείο που θυμίζει τους πρώτους πνιγμένους στη λιμνη, στις 5 Δεκεμβρίου 1959

Συμπληρώνονται σήμερα 53 χρόνια από τον τραγικό πνιγμό 20 ανθρώπων (5/12/1959) στη λίμνη Πλαστήρα οι οποίοι, θαρρείς αποτέλεσαν καιτην πρώτη θυσία στο μεγάλο έργο και στον εξευμενισμό στου ποταμού Μέγδοβα που τον έφραξαν στη Μούχα και έτσι, αντί τα νερά του να κυλάνε προς τον Αχελώο, στράφηκαν προς τον κάμπο της Καρδίτσας.
Το φοβερό γεγονός που συνετάραξε όλη την Καρδίτσα και κυρίως το χωριό Νεοχώρι απ’ όπου κατάγονταν οι περισσότεροι, συνέβη όταν οι πνιγέντες, άνθρωποι οι οποίοι δούλευαν στα έργα της Λίμνης οι περισσότεροι, θέλησαν να πάνε με βάρκα στο Νεοχώρι, να γιορτάσουν την γιορτή του Αγίου Νικολάου. Και θέλησαν να πάνε με βάρκα γιατί μόλις είχε γεμίσει η λίμνη η οποία κατάπιε όλα τα παλιά μονοπάτια και τους αμαξιτούς δρόμους και οι καινούργιοι δεν είχαν ακόμη διαμορφωθεί. Γι’ αυτό την συγκοινωνία με διάφορα μέρη στις όχθες της νέας λίμνης εκτελούσε μια μεγάλη βάρκα και οι ντόπιοι που στην πλεινότητά τους αγνοούσαν τι είναι αυτό, την ώρα που έπλεε και μέσα σε καταιγίδα, μετακινήθηκαν όλοι προς τη μια πλευρά της και το αποτέλεσμα ήταν να μπατάρει και καθώς δεν ήξεραν κολύμπι, πνίγηκαν όλοι. Το τι ακολούθησε μετά στο Νεοχώρι, δεν περιγράφεται…

Στη μνήμη αυτών των πρώτων θυμάτων της λίμνης, με πρωτοβουλία του ακούραστου Στέφανου Θεολόγη ο οποίος πρωτοστάτησε και σε πλήθος άλλων εκδηλώσεων και εργάστηκε σκληρά για την πραγματοποίηση πολλών κοινοφελών έργων, άρχισε πριν από πολλά χρόνια να τελείται κάθε χρονιά μνημόσυνο στη μνήμη τους ενώ πάλι ο ίδιος πρωτοστάτησε να δημιουργηθεί ένα μνημείο για τους αδικοχαμένους συμπατριώτες του.

Φέτος το μνημόσυνο έγινε την περασμένη Κυριακή αλλά για πρώτη φορά ο κυρ Στέφανος δεν παρέστη για λόγους υγείας αλλά ο νους του ήταν εκεί, στο προσκλητήριο των πνιγέντων Νεοχωριτών που ποτέ δεν ξέχασε και τιμά μέχρι σήμερα, ως αρμόζει τη μνήμη τους...
ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 05122012

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΣΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΑ…



Στο κλίμα της ημέρας που πλάκωσαν οι «δόσεις» με τα χρήματα που μας δάνεισαν για να τα ξαναπάρουν πίσω στο πολλαπλάσιο, ήρθα σε αντιδιαστολή με τα λεγόμενα του μπάρμπα Σπύρου Δήμου από τα Σαραντάπορα (1916) ο οποίος πολέμησε στα οχυρά Ρούπελ. Τότε θυμάται οι Γερμανοί, τους χαιρέτησαν στρατιωτικά (προς τιμήν της ανδρείας τους) αλλά δεν πρόλαβε να τελειώσει η μέρα και δεμένους τους οδήγησαν να επισκευάσουν τον δρόμο Δράμα - Καβάλα και τους έδιναν ένα ξεροκόματο τη μέρα για να ζήσουν. Περισσότεροι λέει πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες τότε παρά από τα πυρά των τανκς στα οχυρά.
Κατάφερα να γυρίσει με τα πόδια στο χωριό και παντρεύτηκε, το 1942, την κυρά Ελένη Σπανού, (1915) και μαζί έζησαν όλες τις περιπέτειες που ακολούθησαν την Κατοχή και μαζί ανέστησαν το σπίτι τους μετά τον εμφύλιο και προχώρησαν τη ζωή τους μέχρι σήμερα που έμειναν μόνοι τους στο χωριό και δεν θέλουν να φύγουν να πάνε να ζήσουν κάπου αλλού. Σήμερα που η κυρά Λένη, είναι σχεδόν κατάκοιτη αλλά έχει τον μπάρμπα Σπύρο, που σαν ήρωας της ζωής που ήταν πάντα, της παραστέκεται και την βοηθάει σε ότι χρειαστεί και λέει με χιούμορ πως όπως ποτέ δεν του έδωσαν ένα μετάλιο για την προσφορά του στον πόλεμο, ούτε και σήμερα τον νοιάζονται τι μπορεί να κάνει να βοηθήσει την γριά του…

Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΤΟΥΡΣΙ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΜΕΡΟΠΗΣ


Δεν είναι δα και μυστικό τι πάω και κάνω στα Άγραφα και χάνομαι μέρες ολόκληρες στα χωριά και μιλάω με τους ανθρώπους και μου λένε ιστορίες για τον τόπο, προκειμένου να συμπληρώσω ένα βιβλίο που φτιάχνω για εκεί πάνω και πολύ σύντομα θα είμαι σε θέση να σας ανακοινώσω περί τίνος πρόκειται και να σας καλέσω στην παρουσίασή του.
Πέρα όμως από τα στοιχεία που αναζητώ για το βιβλίο, δεν μπορώ να μην σταθώ και σε ένα σωρό πράγματα που βλέπω και χαρακτηρίζουν τη ζωή ενός χωριού και τις συνήθειες των ανθρώπων όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο πέρασμα του χρόνου και έχουν να κάνουν με πολλές πτυχές της διαβίωσης. Κυρίως δε αυτές που διατηρούν ακόμη ισχυρά τα στοιχεία της παράδοσης και φυσικά απέχουν πολύ από τον καταναλωτισμό των ημερών μας και ξεχωρίζουν ως την ελάχιστη ή μηδενική σχέση που έχουν με την αγορά και το χρήμα.

Έτσι, δεν μπόρεσα να παραβλέψω την κυρά Μερόπη Χαλάτση μια ιδιαίτερα πρόσχαρη γυναίκα, στην Νεράιδα Δολόπων,  που παρά την μεγάλη ηλικία και τα προβλήματα που έχει με τα πόδια της, πήγε στον κήπο της και μάζεψε τις τελευταίες πράσινες ντομάτες, κάτι λίγες πιπεριές, λάχανα και καρότα και έφτιαξε με πολλή φροντίδα ένα βαρέλι τουρσί της χρονιάς, όπως έκανε πάντα από τότε που έμαθε την παρασκευή του από την μάνα της.
Το τουρσί στα ορεινά χωριά πρίν κυριαρχίσει η αγορά και διαλυθούν οι μικρές κοινωνίες τους, ήταν απαραίτητο σε κάθε σπίτι γιατί το χειμώνα με τα χιόνια και τους πάγους δεν έβρισκαν ένα λαχανικό να βάλουν στο στόμα τους και γι’αυτό οι νοικοκυρές έφτιαχναν μεγάλες ποσότητες για να έχουν ως την άνοιξη σχεδόν που πρασίνιζαν πάλι οι κήποι.

Το να φτιάξει κάποια νοικοκυρά τώρα τουρσί, δεν ήταν δα και καμιά δύσκολη δουλειά, απλά έπρεπε να διαλέξει τα λαχανικά ώστε να έχουν τον ίδιο χρόνο ωρίμανσης στην περίπτωση βεβαίως που δεν τα έβραζε όλα μαζί. Το ίδιο έκανε και η κυρά Μερόπη, έβγαλε από τις ντομάτες τη βάση του κοτσανιού τους να μη μαυρίζουν, έκοψε σε μεγάλες φέτες τα λάχανο, έριξε και λίγες καυτερές πιπεριές μέσα στο δοχείο καθώς και αρκετά καρότα και το γέμισε ως επάνω με βρασμένη αλμύρα από χοντρό αλάτι. Άλλες λέει δεν το βράζουν αλλά αυτή έτσι έμαθε κι έτσι συνεχίζει και θεωρεί πως κάνει το νοστιμότερο τουρσί το οποίο μάλιστα δεν της έχει κοστίσει ούτε πέντε ευρώ, δηλαδή μόνο για το αλάτι και με αυτό θα νοστιμέψει το τραπέζι της ως πέρα την άνοιξη και επιπλέον, θα το σερβίρει και σαν μεζέ στο τσίπουρο που θα κερνάει τους επισκέπτες του σπιτιού τους γιατί το καφενείο που διατηρούσε δεν μπορεί πια να το λειτουργήσει λόγω της αδυναμίας των ποδιών της…  

Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΡΕΙΒΑΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΟΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ



Παρα λίγο να το ξεχάσω…  Οι φίλοι από το Ελληνικό Ορειβατικό Σύλλογο Καρδίτσας (ΕΟΣΚ) με τους οποίους ανεβαίνω που και που μαζί τους κανένα βουνό, οργανώνουν αυτό το μήνα σχολή ορεινής πεζοπορίας με σκοπό να μυήσουν  όσους ενδιαφέρονται να μάθουν τα μυστικά της και να βγουν κατόπιν με ασφάλεια στο βουνό, δηλαδή στα γειτονικά Άγραφα.

Φυσικά η απόσταση για πολλούς με την Καρδίτσα είναι κάπως μεγάλη αλλά μπορείτε να συμμετάσχεται νοερά και μπορεί να μαθαίνετε το πώς πάνε τα μαθήματα και να βρίσκεται πληροφορίες φυσικά από το eoskarditsas.bpogspot.com. Σημασία έχει επίσης πως πριν από λίγες μέρες που βρέθηκα στην ωραία Καρδίτσα και πήγα σε μια από τις συναντήσεις τους στο στέκι του ΕΟΣΚ, όπου στους ενδιαφερόμενους μίλησαν οι Παντελής Μανώλης (πρόεδρος), Χρήστος Φασούλας (γραμματέας) και ο Παναγιώτης Γκέκας, είδα με πολλή ευχαρίστηση πολλούς νέους να βρίσκονται εκεί και να δείχνουν μάλιστα ανυπόμονοι για το πότε θα ανηφορίσουν στο βουνό και ζητούσαν πληροφορίες για την προετοιμασία τους.
Τούτο έχει και μια ιδιαίτερη σημασία γιατί, στην Καρδίτσα, αλλά και σε άλλα μέρη, επικρατεί η εντύπωση πως μια και κάποιος κατάγεται από ένα ορεινό μέρος, αυτόματα γνωρίζει και από βουνό αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι και μόλις χρειαστεί να «βγει» στο βουνό, διαπιστώνει πως τους λείπουν μαθήματα! Και ακόμη, πως το βουνό, δεν είναι μια εύκολη υπόθεση όταν κάποιος δεν γνωρίζει τις συνθήκες που επικρατούν εκεί που βαδίζει και πως θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα που μπορεί να προκύψουν. (Πληροφορίες στο eoskarditsas.bpogspot.com και στον Χρήστο Φασούλα 69344770763).

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Η ΚΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΑΜΑΡΑΝΤΟΥ ΣΤΟΝ ΙΤΑΜΟ

Το χαμένο σύνορο στα Άγραφα


 
Το χωριό Άμαραντος, ένα από τα ομορφότερα του Δήμου Ιτάμου κάτω από τη δασωμένη κορυφή Ανυφαντή και στον ορίζοντα η ελατοσκεπής πλέον Κούλια.

Ως εκείνη τη ράχη έφτανε τότε η ελληνική επικράτεια και όλη η Θεσσαλία παρέμεινε στον τουρκικό ζυγό ως το 1881, χρονιά που για τελευταία φορά εμφανίστηκε δύναμη τούρκων στρατιωτών στην Κούλια. Από τότε και μετά η εγκατάσταση εγκαταλείφθηκε και πολύ σύντομα έγινε ερείπια αφού φαίνεται κανένας δεν ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για τίποτα.

 
 
Το χωριό Άμαραντος, ένα από τα ομορφότερα του Δήμου Ιτάμου κάτω από τη δασωμένη κορυφή Ανυφαντή και στον ορίζοντα η ελατοσκεπής πλέον Κούλια.

Αρκετά πιο ψηλά από το χωριό Αμάραντος του Δήμου Ιτάμου της Καρδίτσας, μια περίοπτη ράχη του βουνού Ίταμος καλείται Κούλια, (τουρκιστί φυλάκιον συνόρων) και έλαβε το όνομά της από μια εγκατάσταση που έκαναν μετά την οριοθέτηση των συνόρων με την Ελλάδα το 1832 οι Οθωμανοί για την φύλαξη και τον έλεγχο του χώρου τους…

Ως εκείνη τη ράχη έφτανε τότε η ελληνική επικράτεια και όλη η Θεσσαλία παρέμεινε στον τουρκικό ζυγό ως το 1881, χρονιά που για τελευταία φορά εμφανίστηκε δύναμη τούρκων στρατιωτών στην Κούλια. Από τότε και μετά η εγκατάσταση εγκαταλείφθηκε και πολύ σύντομα έγινε ερείπια αφού φαίνεται κανένας δεν ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για τίποτα.

 
Ένας σωρός πέτρες είναι ότι έχει απομείνει από την Κούλια και είναι το μόνο στοιχείο στη ράχη που θυμίζει πως εκεί κάποτε ήταν ένα τουρκικό φυλάκιο…

Ως μεθοριακό χωριό της Τουρκίας προς την Ελλάδα ο Αμάραντος ή Μαστρογιάννη όπως το έλεγαν τότε έζησε πολλά πράγματα που είχαν να κάνουν με τα σύνορα. Απ’ εκεί διάβαιναν προς τα Άγραφα τα κοπάδια τους οι τσελιγκάδες που ξεχειμώνιαζαν στον θεσσαλικό κάμπο, απ’ εκεί περνούσε η μεγάλη αλογόστρατα που ένωνε τη Θεσσαλία με την Αιτωλία και δρασκελούσε το ποτάμι στην παλιά γέφυρα του Γλαβά, απ’ εκεί μπαινόβγαιναν από το «ελληνικό» στο «τούρκικο» και τανάπαλιν οι λογής ταξιδευτές, εμπορευόμενοι, παράνομοι και οι διαβόητοι ληστές που σφράγισαν με τη δράση τους εκείνη την περίοδο.

 
Η θέα από τη ράχη του Ανυφαντή προς το νότιο μέρος της λίμνης Πλαστήρα είναι μοναδική. Στο βάθος διακρίνονται τα βουνά των Τρικάλων χιονισμένα.

Αν και στο Μαστρογιάννη εκείνης της εποχής όπως και σε όλα τα διπλανά χωριά δεν ζούσε κανένας Τούρκος , ο φόβος ήταν πάντα στη σκέψη των ανθρώπων ιδιαίτερα από τη δράση των παρανόμων και τα αντίποινα ενδεχομένως. Γι’ αυτό κάθε φορά που γινόταν κάποια εμπλοκή στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία –απελευθερωτικά κινήματα και πράξεις απειθαρχίας των υπηκόων τα οποία κινητοποιούσαν τον τούρκικο στρατό αμέσως οι κάτοικοι ξεχύνονταν προς το «ελληνικό» και επέστρεφαν μόλις ηρεμούσαν τα πράγματα. Χαρακτηριστικό λένε οι ντόπιοι ήταν η αντίδραση κάποιων υπέργηρων γυναικών που είχαν μεγαλώσει πριν το 1881 σαν ο ελληνικός στρατός τις υποχρέωσε το φθινόπωρο του 1947 για να εγκαταλείψουν τα χωριά να μην υποστηρίζουν τους αντάρτες. Αυτές θυμούνταν πως στα χρόνια τους σαν παρουσιάζονταν ανάλογος κίνδυνος έφευγαν προς πάνω, προς τα «ελληνικά» Άγραφα και τους φαίνονταν παράξενο πως για πρώτη φορά τους κυνηγούσαν να κατέβουν προς τα «κάτω» στον κάμπο!

 
Το μονοπάτι της Κούλιας μέχρι το σημείο που λέγεται Ασβεσταριές διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση και είναι βατό απ’ όλους.

Η Κούλια ασφαλώς σήμερα δεν υπάρχει αλλά σαν έννοια ενός ξεχασμένου συνόρου πάντα ερεθίζει την περιέργεια των ντόπιων σαν αναφέρονται σε αυτή αλλά και των επισκεπτών του Αμαράντου και δεν είναι και λίγοι αυτοί που θέλουν να την επισκεφτούν. Γι’ αυτό και βαδίζουν το παλιό μονοπάτι που τη συνέδεε με το χωριό με μια πεζοπορική διαδρομή περίπου μιας ώρας. Παλαιότερα, όταν στον Αμάραντο άκμαζε ακόμη η κτηνοτροφία και υπήρχαν ανάγκες για καυσόξυλα και ξυλεία το μονοπάτι ήταν συνέχεια γεμάτο κόσμο. Με την αποψίλωση των χωριών από κόσμο τα τελευταία χρόνια και την αδυναμία των ηλικιωμένων πια κατοίκων τους για μετακινήσεις ζωντανών και νομής του δάσους το μονοπάτι θα έκλεινε αν δεν υπήρχε η καλή διάθεση που δείχνουν τα μέλη του Ορειβατικού Συλλόγου Καρδίτσας και των μελών του Πολιτιστικού Συλλόγου Αμαράντου που εκτός από τις συχνές αναβάσεις που κάνουν έχουν μάλιστα σηματοδοτήσει το μονοπάτι κι έτσι μπορεί κάποιος να ανεβεί ως την Κούλια χωρίς να συνοδεύεται απαραίτητα από ντόπιο οδηγό.

 
Θέα από το μονοπάτι της Κούλιας προς τις κορυφές των Αγράφων στολισμένα με το πρώτο χιόνι της φετινής χρονιάς.

Το μονοπάτι ξεκινάει από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου, δυτικά του χωριού και ανεβαίνει ήρεμα την δυτική πλαγιά του αυχένα Ανυφαντή. Μετά από λίγο βάδισμα ο επισκέπτης συναντά την πετρόχτιστη βρύση στις Κορομηλιές όπου με πολλή αυθαιρεσία κάποιος τσοπάνος έχει καταλάβει όλο το χώρο με τα κανάλια που ποτίζει τα ζώα του. Με πορεία πάντα δυτικά αφού περάσουμε την πλαγιά που καλείται στου Παπα το Ρόγγι φτάνουμε στου Μπασιούρη, έναν δασωμένο αυχένα με εξαιρετική θέα προς τα Άγραφα και τη λίμνη Πλαστήρα. Στον ορίζοντα προς τη δύση φαίνονται οι δίδυμες κορυφές του Ιτάμου, το επιβλητικό Βουτσικάκι των Αγράφων, οι κορυφές της Πίνδου προς τον Ασπροπόταμο και τα Χάσια. Απ’ εκεί μάλιστα ένα άλλο μονοπάτι οδηγεί προς τις κορυφές του Ιτάμου.

Από του Μπασιούρη βαδίζουμε πάντα δυτικά στην πλαγιά Καψάλα πάνω από τη ρεματιά όπου σε ένα σημείο της οι Τούρκοι κάποτε επιχείρησαν να κάνουν ασβέστη και από αυτό το γεγονός το σημείο εκείνο λέγεται Ασβεσταριά. Οι ντόπιοι λένε πως η επιχείρηση αυτή δεν απέδωσε τίποτα γιατί οι πέτρες της περιοχής τους δεν έκαναν για ασβέστη. Η απόσταση από την Ασβεσταριά μέχρι την Κούλια είναι πολύ μικρή αλλά όποιος φθάσει μέχρι εκεί μάλλον θα απογοητευτεί γιατί όχι μόνο τα ερείπια της Κούλιας δεν θα δει, αλλά εξαιτίας της πυκνής δάσωσης ο αυχένας δεν έχει πλέον θέα προς κανένα σημείο του ορίζοντα. Εκεί θυμάται ο αειθαλής Θωμάς Κουκκουλιάκος πως είχε δει στα χρόνια του μεσοπολέμου τους τοίχους της Κούλιας να υψώνονται πάνω από έδαφος περί το μισό μέτρο.

 
Από τότε που παράτησαν τη λάκα στο ξέφωτο οι Ζαχαίοι όρμησαν τα έλατα και σύντομα κατέλαβαν το χώρο και λίγα χρόνια ούτε που θα ξεχωρίζει που ήταν το χωράφι.

Εκεί που ήταν κάποτε χωράφια, η οικογένεια των Ζαχαίων τα νέμονταν πάντα μέχρι που εγκαταλείφθηκαν και γέμισαν κέδρα και έλατα τόσο πυκνά που μόνο άγρια ζωντανά μπορούν να τα διαβαίνουν κι εκεί βρίσκουν καταφύγιο. Μόνο από λίγα σημεία της Κούλιας μπορεί κάποιος να αγναντέψει τον θεσσαλικό κάμπο και το μάτι του να φθάσει μέχρι τις κορυφές του Ολύμπου, τον Κίσσαβο και το Πήλιο. Είχε τόσο καλή θέα λένε από την Κούλια που οι Τούρκοι στρατιώτες μπορούσαν να μετρήσουν και τις αυλακιές από τα χωράφια της Σέκλιζας (Καλλίθηρο σήμερα), το πρώτο χωριό του κάμπου που φαίνεται από εκεί. Στη δυτική πλευρά από το ύψος των ελάτων και των άλλων δέντρων δεν φαίνεται απολύτως τίποτα.



 
Πλημύρισε ο τόπος από μανιτάρια φέτος – ακόμα και στον κορμό του κομμένου δέντρου φύτρωσαν αλλά όποιος δεν τα γνωρίζει είναι καλύτερα να μην τα ακουμπάει. Ας τα αφήνει να στολίζουν το δάσος.

Όποιος ανέβει στην Κούλια μπορεί να επιστρέψει είτε από το μονοπάτι –δύσκολα διακρίνεται κι αυτό από τη δάσωση- που οδηγεί στην τοποθεσία Καλογριά, στο δρόμο που οδηγεί προς τη Νεράϊδα και τα Σαραντάπορα. Δίπλα σε αυτό το μονοπάτι υπάρχει ακόμη η Τουρκόβρυση, βρύση που πήρε μάλλον το όνομά της από τους Τούρκους συνοριοφύλακες εκείνης της εποχής και της οποίας το νερό λένε πως είναι τόσο κρύο που ένα σημερινό ποτήρι το έπινες σε δόσεις. Πολλές βρύσες έχουν τη φήμη της Τουρκόβρυσης για το πολύ κρύο νερό που δεν πίνονταν αλλ’ η άποψη αυτή έχει να κάνει και με το πεινασμένο στομάχι των ανθρώπων. Ο μπάρμπα Λάμπρος Γρηγοράκος λένε πως στα χρόνια της καθολικής πείνας, ξεγελούσε το νερό με δυο σπυριά αλάτι που έριχνε στο ποτήρι του και το έπινε!

Κοντά στην Τουρκόβρυση είναι το σημείο όπου σε μια συμπλοκή με Τουρκαλβανούς σκοτώθηκε το 1805 ο καπετάν Δίπλας, ένας από τους πιο σπουδαίους επαναστάτες των Αγράφων και νουνός του περίφημου Αντώνη Κατσαντώνη πριν την Παλιγγενεσία του 1821 χρόνων και το μνημείο του είναι στημένο δίπλα στο δρόμο προς το Σαραντάπορο.


Όποιος πάλι θελήσει να επιστρέψει από τον ίδιο δρόμο, στο σημείο Μπασιούρη που ξεχωρίζουν τα μονοπάτια μπορεί να διαλέξει την κατεύθυνση που οδηγεί στην κορυφή του αυχένα που καλείται Αυφαντή και δεσπόζει του Αμαράντου. Είναι μια ωραία διαδρομή που στην αρχή της έχει θέα προς τα Άγραφα, τη λίμνη Πλαστήρα και το δυτικό κομμάτι του κάμπου. Από ένα σημείο και μετά, η κατεύθυνση αλλάζει προς τα βορειοανατολικά, φαίνεται η Καρδίτσα και στο βάθος ο Όλυμπος μέχρι που το μονοπάτι καταλήγει στην εκκλησία του Αι – Γιάννη πάνω ακριβώς από το χωριό Αμάραντος.

 
Ο Αντώνης Παπαδάκος από τον Αμάραντο που μαζί περπατήσαμε το μονοπάτι και μας είπε όλες τις πληροφορίες σχετικά με αυτό και την ιστορία της Κούλιας.

Σημειωτέον είναι ότι το μονοπάτι της Κούλιας διασχίζει ένα μεγάλο χώρο που είναι καταφύγιο θηραμάτων και μπορεί να μην αποφέρει την ικανοποίηση της όρασης από την ράχη προς τον κάμπο και τον ορίζοντά του λόγω της ανάπτυξης των δέντρων όπως προαναφέρθηκε, αλλά σαφώς αποτελεί ένα μάθημα πατριδογνωσίας για ένα «σύνορο» που δεν υπάρχει. Κι αν αυτό το μάθημα για κάποιους λόγους δεν προκύψει, τότε ο επισκέπτης μπορεί να αποκομίσει ορισμένες εντυπώσεις από τα καταφύγια των θηραμάτων εκεί και βεβαίως αν το γνωρίσει το φθινόπωρο και από τα άπειρα μανιτάρια που φυτρώνουν εκεί αλλά εφ’ όσον δεν τα γνωρίζει είναι καλύτερα να μην τα ακουμπήσει.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΜΑΡΑΝΤΟ


Για όποιον θέλει να επισκεφθεί τον Αμάραντο και βεβαίως να περπατήσει το μονοπάτι της Κούλιας ή του Ιτάμου, μπορεί να απευθυνθεί στον Ξενώνα του Ιτάμου (τηλ. 2441083183) και να ζητήσει πληροφορίες από τους Θωμά Νικολόπουλο (6979190123) και Τάσο Μανώλη.

 

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2012

ΜΕ ΤΟΥΣ ΥΛΟΤΟΜΟΥΣ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ



Στη Νεράιδα Δολόπων (Σπινάσα παλαιότερα και έδαφος της Ευρυτανίας πριν ενσωματωθεί στον νομό Καρδίτσας), η υλοτομία είναι μια απασχόληση των κατοίκων της που η αρχή της χάνεται στο χρόνο καθώς όλος ο τόπος γύρω της είναι ένα απέραντο δάσος, από έλατα κυρίως αλλά και άλλα δασικά δέντρα, όπως βελανιδιές, καστανιές, πλατάνια, σφένδαμους. Το σημαντικότερο δέντρο για την υλοτομία  πάντα  ήταν ο έλατος, του οποίου το ξύλο εκτός του ότι κάλυπτε τις οικοδομικές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής, μπορούσε να «ταξιδεύσει» μακρύτερα μέσω των ποταμών παλαιότερα και με αυτοκίνητα τα τελευταία χρόνια και να συμπληρώσει το αδύναμο εισόδημα των κατοίκων της περιοχής.


Φυσικά οι εποχές που ο καθένας έκοβε ένα δέντρο και προσπαθούσε με αυτό να καλύψει τις ανάγκες του ή να το προωθήσει μόνος του στο εμπόριο είναι πολύ μακρινές γιατί από πολύ νωρίς, από πριν από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ακόμη, οι Νεραϊδιώτες που αποτελούν ένα χωριό μαζί με το διπλανό, τα Σαραντάπορα, είχαν συμπτύξει Δασικό  Συνεταιρισμό αλλά και όσο λειτουργούσε το εργοστάσιο ξυλείας στο Δασαρχείο Φουρνά ήταν όλοι ευχαριστημένοι από το δάσος και τη δουλειά που έκαναν με αυτό.


Το εργοστάσιο έκλεισε πριν από δυο δεκαετίες περίπου από πολιτικές αστοχίες και λάθος επιλογές αναφορικά με τη διαχείριση του δασικού πλούτου και το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για όλη την περιοχή καθώς οι περισσότεροι από τους τεχνικούς και τους απλούς δασεργάτες υποχρεώθηκαν να φύγουν από τα χωριά τους και να αναζητήσουν αλλού μεροκάματα. Έτσι αν και λιγόστεψαν τα μέλη των Δασικών Συνεταιρισμών, αυτοί δεν έσβησαν τελείως και σε κάποια χωριά όπου έχουν μείνει και ορισμένοι νέοι, λειτουργούν ακόμα ικανοποιητικά και κάθε χρόνο παίρνουν το μερίδιό τους από το δάσος.

Τους υλοτόμους της Νεράιδας γνώρισα πριν από λίγες ημέρες σε μια επίσκεψη στο χωριό και δεν έχασα την ευκαιρία να περάσω μια ημέρα μαζί τους στο δάσος, στη θέση Πλατανόρεμα, όνομα που έχει πάρει η περιοχή από το ομώνυμο ρέμα που τρέχει νερό όλο σχεδόν το καλοκαίρι, πάνω από τον οικισμό Μητσέϊκα με τους ωραίους κήπους της οικογένειας Μακρή και προπαντός εκείνους της αειθαλούς κυρά Ειρήνης Μητσάκη.


Οι άντρες του Συνεταιρισμού ήταν δεκαεπτά και είχαν μοιραστεί σε τρείς ομάδες για λόγους ασφάλειας και βεβαίως καλής προόδου του έργου. Είχαν όλοι τα τσεκούρια τους και βεβαίως καμιά δεκαριά αλυσοπρίονα. Εγώ στην αρχή πήγα με την ομάδα που αποτελούσαν ο Κώστας Θάνος ή Τραγαζίκης, μεγαλύτερος απ’ όλους στα χρόνια και ο πιο έμπειρος, ο γιός του Αντώνης, ο Κώστας Μονάντερος  που εμπορεύεται και ξυλεία, ο Ηλίας Σπανός και ο Γιώργος Βούλγαρης.


Στη δεύτερη ομάδα που δούλευε λίγο πιο πάνω από την πρώτη ήταν ο Νεκτάριος Βούλγαρης, ο οποίος είναι και ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού, ο Φώτης Θάνος, τα αδέρφια Κώστας και Χρήστος Βούλγαρης, ο Νίκος Βούλγαρης, οι Απόστολος και Νικόλαος Χαλάτσης και ο Χρήστος Λιάπης.


Την τρίτη ομάδα που δούλευε κοντά στο ρέμα σε ένα δύσκολο σημείο ήταν ο Δημήτρης Μακρής με το γιό του Κωνσταντίνο, οι Γιώργος και Νίκος Μητσάκης και ο Κώστας Κόκκινος με τον οποίο ήμασταν συμμαθητές τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’70 στο Γυμνάσιο Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού και ο οποίος διατηρεί στο χωριό και πεστροφοτροφείο.


Τους ανέφερα έναν - έναν και ονομαστικά γιατί όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι κατά κανόνα μόνιμοι κάτοικοι του χωριού και πέρα από την υλοτομία ασχολούνται και με άλλες εργασίες, όπως οικοδομές, χωράφια, μελίσσια και συντηρούν μικρά κοπάδια. Αυτοί κρατάνε και ζωντανά τα χωριά και χάρη στην παρουσία τους νιώθουν ασφαλείς και οι γέροντες που είναι και η πλειονότητα των κατοίκων, τόσο στη Νεράιδα όσο και στα Σαραντάπορα. Κι ακόμη, αυτοί είναι που φέτος το χειμώνα που παρά ήταν βαρύς και το χιόνι έφτασε τα δυο μέτρα, κράτησαν ανοιχτό το χωριό φρόντισαν να μη λείψει τίποτα από τους ανήμπορους συγχωριανούς τους όλες τις ημέρες του αποκλεισμού.


Βέβαια, οι σχέση όλων αυτών με το δάσος δεν σταματάει μόνο στην υλοτομία αλλά είναι οι ίδιοι που συνθέτουν μια ισχυρή κυνηγετική ομάδα που κυνηγάει κυρίως αγριογούρουνα που αφθονούν στον τόπο και πουλιά ενώ αρκετοί είναι κι εκείνοι που ψαρεύουν πέστροφες στο Μέγδοβα. Εν ολίγοις, οι άντρες του δασικού συνεταιρισμού Νεράιδας με την παρουσία τους και το έργο τους στο χωριό και την περιοχή φανερώνουν κάπως τη ζωή στα χωριά τα περασμένα χρόνια και αποτελούν μια υπολογίσιμη δύναμη για την προστασία του τόπου.


Όσο ήμασταν στο δάσος δεν είχαμε τα περιθώρια να μιλήσουμε για το έργο τους και την μικρή αλλά πολύ σημαντική ιστορία του συνεταιρισμού, ιστορία που χαρακτηρίζει ο κοινός αγώνας μέσα στο δάσος. Αυτό το κάναμε το βράδυ, όταν μετά την ξεκούρασή τους μαζεύτηκαν στην ταβέρνα του Μήτσου Μονάντερου που φημίζεται για τα ψητά και τα κοκορέτσια του και ο οποίος παρά το προχωρημένο της ηλικίας του, ασχολείται ακόμη με την ψησταριά και βοηθάει έτσι στο μαγαζί τη νύφη του, Ευανθία που το αναλαμβάνει τα Σαββατοκύριακα που επιστρέφει με τα τρία παιδιά της στο χωριό.

Εκεί στο τραπέζι με τους μεζέδες συγκεντρώθηκαν αρκετοί από τους Νεραιδιώτες και στην κουβέντα συνέβαλαν πολύ με τις αναμνήσεις τους ο Ηλίας Κουσιάνας και ο Κώστας Μονάντερος που μπήκαν στο δάσος από τα παιδικά τους χρόνια, μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος και άρχισε πάλι να ζωντανεύει το χωριό και να κλείνει τις πληγές του. Με τα τσεκούρια και τις κόφτρες άρχισαν να ξυλεύουν ένα παρθένο δάσος και τα κουβαλούσαν με τα ζώα μέχρι να αρχίσουν να ανοίγουν οι πρώτοι δρόμοι με μπουλντόζες με συρματόσχοινα. Τότε συμμετείχαν όλοι σχεδόν οι άντρες του χωριού και φυσικά είχαν στο πλευρό τους το Δασαρχείο Φουρνά καθώς το χωριό ανήκε ακόμη στην Ευρυτανία.

Το πρώτο αλυσοπρίονο θυμάται ο Ηλίας το πήραν το γύρω στο 1970, ένα Dacota ασήκωτο και το χειρίζονταν ο Σπύρος Μπαλτής και ο Βάιος Μπάρμπας. Δεν είχαν ακόμη εξοικειωθεί όλοι με τα μηχανήματα αλλά και για οικονομία στα καύσιμα το αλυσοπρίονο το είχαν μόνο για να ρίχνουν κάτω τα έλατα και τους ρόζους, όσο μεγάλοι και να ήταν τους καθάριζαν με τα τσεκούρια. Τα ξύλα τα έβγαζαν με μουλάρια που είχαν οι ίδιοι οι χωριανοί από το δάσος ενώ στο χώρο της υλοτομίας πήγαιναν μετά γυναίκες και τον καθάριζαν από τα δεύτερα ξύλα και τα κλαδιά. Κυριολεκτικά τον σκούπιζαν και ούτε πως φαίνονταν πως έλειπε ένα δέντρο από το δάσος. Έτσι οι γυναίκες των χωριών έβγαζαν ένα μικρό μεροκάματο, είχαν ασφάλιση στο ΙΚΑ τότε γιατί μισθοδοτούνταν από το Δασαρχείο Φουρνά και παράλληλα εξοικονομούσαν τα ξύλα για τις δουλειές και τη θέρμανση του σπιτιού το χειμώνα. Εκείνα τα χρόνια λειτουργούσαν ακόμη νεροπρίονα στον Μπεσιώτη ποταμό και ένα στο Μεγαλάκκο, του Θώμου. Στο χωριό επίσης είχαν πριόνια για να βγάζουν σανίδια, κάτι πριόνια όρθια τα οποία τσάκιζαν τον άνθρωπο που τα δούλευε. Τέτοια είχαν ο Δημήτρης Σπανομήτρος και ο Βαγγέλης Μπακογιώργος και έκαναν εξαιρετική δουλειά.

«Εκείνα τα χρόνια, τα δάση της περιοχής ήταν ακόμη παρθένα και παρά την έλειψη μηχανημάτων ήταν πιο εύκολη η ξύλευση ενώ η τιμή του ξύλου συμφέρουσα», λένε οι παλιότεροι. «Σήμερα είναι εντελώς ξεφτιλισμένη και επηρεάζεται πολύ από την τιμή της εισαγόμενης ξυλείας. Δεν γίνεται όμως να μην κόψουμε δέντρα. Έστω και τα 500 κυβικά που μας έδωσαν φέτος, κάτι είναι για μας τούτη μάλιστα την περίοδο της μεγάλης κρίσης».


Εννοείται βέβαια εδώ πως τα παλιότερα χρόνια, μπορεί η τιμή του ξύλου να ήταν μικρότερη αλλά τα χρήματα που εισέπρατταν αυτοί οι αγροτικοί πληθυσμοί ήταν κυριολεκτικά χρυσά γιατί ακόμη λειτουργούσε πλήρως το σύστημα της οικιακής οικονομίας και τα σπίτια δεν αγόραζαν από το εμπόριο τίποτα παραπάνω από τα απαραίτητα. Τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει και δεν μιλάμε μόνο για το ψωμί καθώς έπαψαν να καλλιεργούν σιτάρι ή άλλα προϊόντα, αλλά ο κατακλυσμός από λογής - λογής καταναλωτικά αγαθά εξανεμίζει τα όποια έσοδα έχουν από το δάσος. «Εκείνη η εποχή δύσκολα ξανάρχεται», λένε. «Αν ο μη γένοιτο ξαναγυρίσει, θα ξεκληρίσει πολύ κόσμο μέχρι να μάθουν τι πρέπει να κάνουν για να ζήσουν. Και δεν θα υπάρχουν και οι γέροντες να μας πούνε πως έζησαν τότε και τι αγώνα έκαναν για ένα κομμάτι ψωμί μπομπότα!».

Η κουβέντα με τους υλοτόμους της Νεράιδας δεν είχε τέλος καθώς οι μνήμες τους ήταν ατέλειωτες και οι συγκρίσεις των παλαιών εποχών με τη σημερινή εξαιρετικά ενδιαφέρουσες από όλες τις πλευρές. Θα μπορούσαμε να μιλάμε ώρες για το δάσος και τη δουλειά τους αλλά η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ και το πρωί έπρεπε να σηκωθούν χαράματα να μπουν στο δάσος και να προχωρήσουν τη δουλειά πριν αρχίσει να καίει ο ήλιος. « Άλλη φορά, το χειμώνα δίπλα στο τζάκι», είπαν «θα πούμε περισσότερα»…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το αφιέρωμα στους υλοτόμους της Νεράιδας δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Έθνος" (Ένθετο περιοδικό Κυνήγι) και αποτελεί τον ελάχιστοφόρο τιμής σε εκείνους τους ανθρώπους που κρατάνε με την παρουσία τους ζωντανό και παραγωγικό το δάσος της Μικρής τους Πατρίδας.