Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2009

ΘΑ ΣΩΣΕΙ ΠΛΑΙ Η ΠΙΝΔΟΣ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;


Μέχρι τα χρόνια κατά τα οποία διέτρεξε την Πίνδο ο Πατρο – Κοσμάς, οι άνθρωποι ένιωθαν τον κόσμο γύρω τους σαν φυλακή. Για να γλυτώσουν, είχαν τρυπώσει στα ρέματα και κούρνιαζαν στις πλαγιές πάνω από τα ποτάμια. Από τη στιγμή όμως που ο Άγιος των Σκλάβων ευλόγησε τα βουνά, αμέσως έπεσαν τα σίδερα που τους κρατούσαν δεμένους και, ως εκ θαύματος, μπροστά τους οι γιδόστρατες έγιναν πλατιά μονοπάτια και οι λυσιές στα ποτάμια, γέφυρες τρανές που οδηγούσαν στις μεγάλες στράτες του κόσμου.
Έσκυψαν τότε οι ακατάδεχτες κορυφές, κοίταξαν μέσα στα φτωχοκάλυβα και είδαν πως εκείνος ο κόσμος, που μαράζωνε πεινασμένος μέσα στα καπνισμένα δωμάτια, μπορούσε να τραβήξει ψηλά. Έτσι του καλλιέργησαν την ελπίδα και του δίδαξαν την αποκοτιά της ελευθερίας. Τότε κατάλαβαν οι άνθρωποι πως η μοίρα τους δεν ήταν να ζουν τρομαγμένοι, και σήκωσαν ψηλά το κεφάλι τους, όπως οι πέρδικες όταν δροσίζουν το λαρύγγι τους, για να ευχαριστήσουν το Θεό. Κοίταξαν ψηλά τις κορυφές, τις πάτησαν, τις έκαναν και τραγούδι: Ένα τραγούδι που στο εξής θα συντρόφευε για πάντα τη ζωή τους και θα ενέπνεε όλους τους αγώνες τους…


[Το κείμενο και η φωτογραφία προέρχονται από το βιβλίο μου "ΟΡΕΙΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ - Στον Άσπρο, στην Πίνδο" που κυκλοφόρησε το 2007 και είναι έκδοση της Διευρυμένης Κοινότητας Νεράιδας Τρικάλων].

Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ΟΙ ΦΡΟΝΤΙΣΤΕΣ ΤΟΥ ΠΛΑΤΑΝΟΥ

ΣΤΟ ΛΕΟΝΤΙΤΟ ΤΗΣ ΑΡΓΙΘΕΑΣ


Είναι σίγουρα από τα μεγαλύτερα δέντρα που απαντώνται στην ελληνική φύση, ο πλάτανος που φύτρωσε κάποτε σε ένα σημείο του χωριού Λεοντίτο της Αργιθέας και όταν μεγάλωσε, στη σκιά του έφτιαξαν την πλατεία του χωριού και άνοιξαν και μαγαζιά να μαζεύεται ο κόσμος. Είναι τόσο παλιός, τόσο που κάτω από τα κλαδιά του λέει η τοπική ιστορία πως έκαναν σύναξη οι κλεφταρματωλοί πριν ακόμα από την επανάσταση του 1821 και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης εκεί είχε για πολύ καιρό το λημέρι του και το στρατηγείο του.

Με το δίκιο τους καμαρώνουν στο Λεοντίτο τον μεγάλο πλάτανο που ισκιώνει την πλατεία και χαίρονται τη δροσιά του.
Έτσι λένε στο Λεοντίτο και καμαρώνουν για αυτό το μνημείο του τόπου τους που το ύψος του ξεπερνά τα 35 μέτρα, η δε ηλικία του υπολογίζεται σε περισσότερα από 500 χρόνια και αποτελεί ένα σημαντικό πόλο έλξης για επισκέπτες από όλη την Αργιθέα και την υπόλοιπη Ελλάδα που θέλουν να γνωρίσουν αυτό το περίφημο δέντρο και να απολαύσουν τη σκιά του. Ένας τόσο μεγάλος όμως πλάτανος έχει και προβλήματα με τα κλαδιά του που ξεραίνονται ή σπάνε από τα χιόνια και τους αέρηδες και πολλές φορές κρέμονται ή σκαλώνουν στα άλλα κλαδιά και ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσουν στο έδαφος με κίνδυνο πολλές φορές να τραυματίσουν κάποιον άνθρωπο ή να προξενήσουν ζημιές.

Δεν είναι και εύκολη δουλειά να βάλεις σκάλα σε ένα δέντρο...

Μια ομάδα φίλων από την Άρτα, ο Ανδρέας Χαραλάμπης καθηγητής φυσικής, ο Βάσος Κωστής και ο Χρήστος Μπόσμης οι οποίοι δηλώνουν πως από τότε που τον γνώρισαν τον έχουν ερωτευτεί και τον επισκέπτονται συχνά, σε μια πρόσφατη επίσκεψή τους στο χωριό διαπίστωσαν πως κάποια μεγάλα κλαδιά του πλατάνου ενέχουν κινδύνους για τους ανθρώπους που θα καθίσουν από κάτω τους τώρα που καλοκαιριάζει και γεμίζει η πλατεία και πήραν την απόφαση να τον καθαρίσουν.
Δεν ήταν δα και εύκολο πράγμα να ανέβουν πάνω στο μεγάλο δέντρο το οποίο σημειωτέον δεν μπορεί να πλησιάσει ειδικό ανυψωτικό μηχάνημα να κόψουν τα κλαδιά και γι’ αυτό πήραν μια ξύλινη σκάλα την οποία έδεσαν με σχοινιά στον κορμό και έτσι αναρριχήθηκαν πάνω στο μεγάλο δέντρο και έριξαν στο έδαφος τα ξερά κλαδιά. Η δουλειά απαιτούσε ειδικές ικανότητες ισορροπιστή και για αυτό ο Ανδρέας που όπως λένε μπορεί να βαδίσει πάνω στο παραπέτο της γέφυρας της Άρτας με δεμένα τα μάτια ήταν αυτός που περπάτησε πάνω στα κλαδιά, τα έδεσε με σχοινιά και σιγά – σιγά και προσεκτικά τα τράβηξαν κάτω χωρίς βεβαίως να σπάσουν τα υγιή και τα καινούργια βλαστάρια της χρονιάς.

Η παρέα από την Άρτα τέλειωσε και κατεβαίνει από τον πλάτανο

Η όλη τους επιχείρηση επίσης εμπνέονταν από το σεβασμό στον πλάτανο και προσπάθησαν να μην πληγώσουν καθόλου τον κορμό του με καρφιά προκειμένου να στηρίξουν τη σκάλα. Ήξεραν πολύ καλά πως αν επιχειρούσαν να βάλουν έστω ένα καρφί, αυτό θα δημιουργούσε μια πληγή που θα έφερνε αμέσως το σάπισμα του πληγωμένου σημείου και σιγά – σιγά θα επεκτείνονταν σε όλο το δέντρο. Μαθηματικά όλες αυτές οι πληγές καταλήγουν σε ακρωτηριασμό του δέντρου γεγονός που αν σε μια ποταμιά ή σε άλλο σημείο του δάσους θεωρείται φυσικό και απαλλάσσει το δέντρο από τα άρρωστα μέλη του, στο Λεοντίτο περικλείει κινδύνους για τους ανθρώπους.

Ο Ανδρέας αποδείχθηκε ένας πολύ καλός ισσοροπιστής

Η μέθοδος που ακολούθησαν οι τρεις φίλοι να φροντίσουν τον πλάτανο ήταν ένας συνηθισμένος τρόπος να περνάνε παλαιότερα από το ένα κλαδί στο άλλο σε κάποια δέντρα τα οποία για να μαζέψουν τους καρπούς του οι άνθρωποι έπρεπε να υποχρεωτικά να σκαλώσουν πάνω του. Τέτοια συνήθως δέντρα ήταν οι καρυδιές που για να ανέβει κάποιος επάνω στα κλαδιά τους να τινάξει τον καρπό έπρεπε να χρησιμοποιήσει σκάλα ή να δεθεί. Μια τέτοια απόπειρα φυσικά και απαιτούσε ειδικές ικανότητες και σε κάθε χωριό ήταν λίγοι τότε που ανέβαιναν στα δέντρα και φυσικά έπαιρναν και καλό μεροκάματο. Σήμερα όμως είναι ζήτημα αν βρεθεί κάποιος να το κάνει αυτό, χώρια που όλες οι μεγάλες καρυδιές έχουν κοπεί για το πολύτιμο για έπιπλα ξύλο τους και αν κάπου έχει σωθεί μια, περιμένουν να πέσουν οι καρποί τους στο έδαφος να τα μαζέψουν.


Κι επειδή κάποιοι φίλοι έχουν την απορία που τους βρίσκω όλους αυτούς τους ωραίους και διαφορετικούς ανθρώπους, τους προσκαλώ σε ένα ταξίδι μαζί μου. Έτσι θα έχουν τη χαρά και γνωρίσουν ένα σωρό τόπους που ούτε καν φαντάζονται ότι υπάρχουν και βεβαίως την τιμή να συνταξιδεύσουν με τον καλύτερο συνοδηγό της ορεινής Ελλάδας...

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

ΤΑ ΚΟΛΛΥΒΑ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

Οι στολισμένες πανυχίδες για τους εορταζόμενους δίνουν τον διαφορετικό τόνο στην ημέρα και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε παρεξήγηση

ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΑΣΙΛΕΣΙ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΑΣ

Δεν είναι δα και συνηθισμένο φαινόμενο· σε κάποια απόμερα χωριά, όπως στο δυσπρόσιτο συνοικισμό Βασιλέσι της Πρασιάς στον Απεράντιο της Ευρυτανίας το οποίο πολλοί θεωρούν σβησμένο, να γίνεται μέσα στις αρχές του χειμώνα ένα ωραίο πανηγύρι και τον πρώτο λόγο να τον έχουν οι μόνιμοι κάτοικοί του…


Έτσι έγινε, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, όταν με τον Δημήτρη Παπαδιά από
τον γειτονικό συνοικισμό Πρόδρομος, είπαμε να γιορτάσουμε αυτή την αφιερωμένη στους Δημητράδες ημέρα στη μικρή εκκλησία του Αϊ - Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι. Ήταν νωρίς όταν φτάσαμε εκεί από το χωματόδρομο που περνάει μέσα από το δύστροπο ποτάμι που καλείται Βασιλόρεμα και ευτυχώς δεν είχε νερό γιατί αλλιώς θα έπρεπε να περπατήσουμε μια απότομη, άτεχνη ανηφοριά που βγάζει στην εκκλησία και πληγώνει σοβαρά το τοπίο και είχαμε χρόνο να παρατηρήσουμε το χώρο.
Άντρες – γυναίκες είχαν έρθει όλοι με τα καλά τους κι εκεί που περιμέναμε πως θα βλέπαμε μόνο γέροντες, με ευχάριστη έκπληξη διαπιστώσαμε πως μεταξύ των εκκλησιαζομένων ήταν και δυο – τρεις νέες γυναίκες, της μιας μάλιστα ο άντρας, είχε στα χέρια του την κορούλα τους, την Πόπη, ντυμένη εορταστικά σαν ροζ κουφετάκι. Η αργία φταίει, σκεφτήκαμε. Λίγο αργότερα όμως καταλάβαμε πως ναι μεν το τετραήμερο υποστήριξε κατά κάποιο τρόπο την παρουσία τους, αλλά οι επισκέψεις τους είναι τακτικές γιατί όλο και κάποιος πρέπει να ανοίγει την πόρτα του πατρικού σπιτιού και να λέει δυο κουβέντες στους γονιούς που μένουν μόνιμα στο χωριό.
.
Οι περισσότεροι άντρες φορούσαν το κλασικό καλό ρούχο της γιορτής, ύφασμα παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, φρεσκοξυρισμένοι όλοι ενώ οι γυναίκες, ταγιεράκι από έμπειρη μοδίστρα που κάνει πάντα πιο γλυκιές τις μεσόκοπες ενώ το χτένισμά τους ακολουθούσε την παλιά μόδα που δημιούργησαν κάποτε οι ντόπιες κομμώτριες και έκτοτε υιοθετήθηκε στην περιοχή. Κανένας πάντως δεν φορούσε τίποτα από τα καινούργια ρούχα -τζιν, φόρμες με διαφημιστικά σήματα, μπουφάν και άλλα τέτοια που αν μη τι άλλο, φαίνονται αταίριαστα και χαλάνε την εικόνα κάθε μιας γιορτής. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ουδόλως αμφισβητήθηκε η «τάξη» του κόσμου. Οι άντρες έκατσαν εκεί που πρέπει, οι γυναίκες πίσω – πίσω και μπροστά τους τα παιδιά ενώ οι ψάλτες ήταν συγχωριανοί με έφεση την καλλιφωνία και στα τραγούδια.
Η μικρή εκκλησία, λόγω της απομόνωσης δεν είχε φωτισμό από ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα γλυκό φως όμως ανέβαινε από το λιθόστρωτο πάτωμα κοντά στο τέμπλο όπου στη σειρά ήταν τοποθετημένες εννιά φωτισμένες πανυχίδες, όσες και οι οικογένειες του χωριού που είχαν ένα Δημήτρη ή μια Δημητρούλα, ανεξάρτητα αν οι εορτάζοντες ήταν παρόντες ή κάπου μακριά. Οι μανάδες είχαν φροντίσει να τους γιορτάσουν στην εκκλησία με πανυχίδες που είχαν φτιάξει με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά και ας τις κατακρίνουν άλλες αυτά τα «σιτάρια» προορίζονται μόνο για τους πεθαμένους.
.
«Έτσι μάθαμε από τις μανάδες μας κι έτσι θα συνεχίσουμε» μας είπε η Διαμάντω Μάνταλου μια δραστήρια γυναίκα που κατοικεί στις Λαγκαδιές Προδρόμου και θεωρεί πως οι γιορτές και μάλιστα οι αυτές που γίνονται στα παλιά εξωκκλήσια του χωριού, πρέπει να γίνονται όπως παλιά. «Θα καταλαβαίναμε σήμερα αν ήταν του Άϊ Δημήτρη αν δεν ήταν οι πανυχίδες» λέει και ξεθυμαίνει με τις πρωτευουσιάνες που τα έχουν παρατήσει όλα και γι’ αυτό τίποτα δεν πάει καλά πλέον στον κόσμο.
Σε αυτό το απόμερο μέρος των Ευρυτανίας, το Βασιλέσι που οι θρύλοι το θέλουν ως αρχαίο βασίλειο, απ’ όπου προέρχεται λένε και το όνομά του, διατηρείται ακόμα αυτό το έθιμο με τις αμνημόνευτες ρίζες και απ’ ότι φαίνεται άντεξε και στην πολεμική ορισμένων κύκλων σχετικά με το αν η ευχή απευθύνονταν προς τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους. Το θέμα όμως το είχε λύσει προ πολλού η ισχυρή τοπική παράδοση που δεν ήθελε να γίνονται μνημόσυνα την ημέρα που εορτάζει ο συγκεκριμένος ναός κι έτσι χωρίς το φόβο μη τις αποπάρει κανένας, οι γυναίκες δημιουργούν ωραίες πανυχίδες με βρασμένο σιτάρι και τριμμένο καρύδι που το στολίζουν με φέτες από κόκκινα μήλα και αν έχουν, γιατί είναι δυσεύρετα πλέον και με χρωματιστά κουφέτα και να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις τις βάζουν από την πλευρά της Παναγίας. Αναλόγως δε με τα άτομα της οικογένειας που εορτάζουν βάζουν και τα αναμμένα κεριά τα οποία μετά τη σχετική ευλογία ο ιερέας τα σβήνει με κόκκινο κρασί. Όταν σχόλασε η εκκλησία οι κυράδες πέρασαν μπροστά απ’ όλους που περίμεναν στην αυλή και προσέφεραν τις ωραίες πανυχίδες κουβαλώντας και χαρτοπετσέτες που έχουν υποκαταστίσει το κλασικό μαντήλι που συνήθιζαν να βάζουν οι παλιότεροι το «σιτάρι» όπως το λέμε και σε άλλα μέρη και από το οποίο, αν το χωριό είχε αρκετά ονόματα εκείνη τη μέρα, χόρταιναν και πολλοί από τους αδύναμους.
.
Μείναμε από τους τελευταίους και πήγαμε να φύγουμε όταν ο Βασίλης Ζευγωλάς, ο μοναδικός μαζί με τη γυναίκα του Χρυσούλα κάτοικος του οικισμού Παλιό Βασιλέσι και γείτονας της εκκλησίας, μας προσκάλεσε να περάσουμε από το σπίτι του να μας κεράσει για τη γιορτή του γιού του που ήταν στην Αθήνα. Δεν μπορούσαμε να πούμε όχι γιατί ο τρόπος της πρόσκλησης είχε κάτι από εκείνο το παλιό, ανεπιτήδευτο κάλεσμα που δεν έκανε εξαίρεση σε κανένα ξένο κι έτσι βρεθήκαμε σε ένα απλό, κατακάθαρο σπίτι και κάτσαμε στην αυλή μαζί με τους συγχωριανούς.
Το γλυκό που μας πρόσφεραν δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από μπακλαβάς που είχε φτιάξει η ίδια η νοικοκυρά και ντόπιο τσίπουρο που σέρβιρε η κόρη της που γι’ αυτό το λόγο είχε έρθει από το Καρπενήσι. Η κουβέντα στην αυλή ήταν σύντομη και στράφηκε γύρω από την κατάσταση της εκκλησίας η οποία χρήζει άμεσης επέμβασης γιατί θα πέσουν και οι τελευταίες από τις αγιογραφίες της και φυσικά για τα παλιά χρόνια, όταν σε όλη την Πρασιά ζούσαν πάνω από χίλια άτομα και του Άϊ – Δημήτρη γιόρταζαν και με όργανα, τον Γιώργο Ζιαβλάνη και τον Χρήστο Μάη.
Οι καιροί αυτοί όμως πέρασαν και σε όλο το Βασιλέσι δεν ζουν πάνω από 30 άνθρωποι μεγάλης κυρίως ηλικίας και για τους οποίους, το μικρό πανηγυράκι του Αι Δημήτρη γι’ αυτούς ήταν εφέτος η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου!

Η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι έχει την ιστορία της αλλά και πολλά προβλήματα που θέλουν άμεση και σωστή αντιμετώπιση από τους ειδικούς


Οι Ζευγωλαίοι είναι οι πιο κοντινοί γείτονες του Αϊ Δημήτρη και στην αυλή τους κάνουν πάντα την πρώτη στάση οι χωριανοί να ευχηθούν για τον γιό του Δημήτρη.

Η Διαμάντω Μάνταλου δεν καμαρώνει μόνο για το όμορφο πιάτο της αλλά και για τον ντροβά της με τα παλιακά στολίδια που τον κρατάει ακόμα από την προίκα της

Μέχρι να ακούσουν πως κοντεύει να τελειώσει η λειτουργία για να μπουν και αυτοί στην εκκλησία οι άντρες του χωριού προλαβαίνουν να πουν μερικές κουβέντες

Δεν μπόρεσε να πάει φέτος στο χωριό ο Δημήτρης της κυρά Παναγιώτας Πότσιου από το Κυπαρίσι αλλά η μάνα του μάζεψε γι’ αυτόν τις ευχές των συγχωριανών του

Σκέφτεσαι καμιά φορά πως αν είχε η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη είχε ηλεκτρικό, οι πανυχίδες με τα αναμμένα κεριά θα έχαναν τη μισή ομορφιά τους

Όποιος περπατήσει τους μαχαλάδες της Πρασιάς, σίγουρα θα καταλάβει γιατί αυτός ο κόσμος εκεί επιμένει να κρατάει με πείσμα τις πατρογονικές του παραδόσεις

Οι ψηλές, απότομες και απάτητες κορφές των Πρασιώτικων βουνών στα κεντρικά Άγραφα στεγάζουν τον μικρό κόσμο που μένει ριζωμένος στο απόμακρο Βασιλέσι

Δεν είναι δα και πολλές οι μέρες του χρόνου που μπορούν να επισκεφθούν οι γειτόνισσες τους Ζευγωλαίους και η κυρά Χρυσούλα ξέρει πώς να τις ευχαριστήσει

Η λειτουργία ήταν μόνο η αρχή για τη γιορτινή ημέρα και οι κυράδες του χωριού φεύγουν βιαστικά γιατί ξέρουν πως χωριανοί και φίλοι θα περάσουν και από το σπίτι

Έτσι το βρήκαν το έθιμο και έτσι θα το συνεχίσουν οι κυράδες της Πρασιάς που θέλουν τις πανυχίδες για τα ονόματα των δικών τους να τις ευλογεί ο παπάς.

Το πανηγυράκι του Αι Δημήτρη δίνει την ευκαιρία και σε πολλούς ξενιτεμένους να γυρίσουν αυτή τη μέρα στην Πρασιά και να χαρούν μαζί με τους χωριανούς τους.

- Το μικρό αυτό αφιέρωμα στο πανηγυράκι του Αγίου Δημητρίου στο παλιό Βασιλέσι της Πρασιάς δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "EXPLORE NATURE" τον Νοέμβριο του 2009. Φυσικά υπάρχουν και άλλες φωτογραφίες από εκείνη την ημέρα και σύντομα θα δημοσιευτούν στο agrafagroup.blogspot.com.












Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

ΟΠΩΣ ΠΑΛΙΑ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ

Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία των Αγράφων που επιστημονικό συνέδριο με θέμα την προβολή της πολιτισμικής κυρίως συνέχειας του χώρου έγινε στην καρδιά της ορεινής Ελλάδας. Έτσι, στις 8 – 10 Αυγούστου, με πρωτοβουλία του Δήμου Αγράφων, της Πανευρυτανικής Ένωσης, του Ευρωπαϊκού Κέντρου Ευρυτανικών Σπουδών και Ερευνών και με τη συνδιοργάνωση της Ν. Α. Ευρυτανίας και την υποστήριξη του αγραφιώτη Στέφανου Γ. Κωστούλα που ήταν ο κύριος χορηγός του συνεδρίου, της εταιρείας HONDOS CENTER και της ΤΕΔΚ Ευρυτανίας, 50 εισηγητές (πανεπιστημιακοί, ιστορικοί, φιλόλογοι, ερευνητές) συμμετείχαν στις εργασίες του τριημέρου συνεδρίου που διεξήχθη στα χωριά Τροβάτο, Άγραφα και Μεγάλα Βραγγιανά.
Το γεγονός, βεβαίως και σημειώθηκε ως η κορυφαία πολιτιστική εκδήλωση φέτος για τα Άγραφα, για πολλούς όμως των ακροατών αποτέλεσε την αφετηρία προβληματισμών σχετικά με επιμονή των εισηγητών σε ζητήματα που απασχολούν κυρίως κοινωνίες που έχουν λύσει τα βασικά τους προβλήματα ενώ τους ελάχιστους μόνιμους κατοίκους άλλα πιο επίκαιρα και επείγοντα τους καίνε.Όπως για παράδειγμα η αποψίλωση του χώρου από ενεργούς πολίτες, η υποχώρηση της παραδοσιακής κτηνοτροφίας που ήταν η βάση της τοπικής οικονομίας και η υποβάθμιση του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος, ουδόλως θίχτηκαν. Το χαρακτηριστικό της υπόθεσης ήταν η μεταφορά των συνέδρων στα Άγραφα που έγινε με κάποια μνημειακά οχήματα τα οποία χρησιμοποιεί επιτυχώς ακόμη η Τrekking Hellas για τη μεταφορά των εραστών της φύσης της Ευρυτανίας. Με την επιστράτευσή τους αυτά τα νοσταλγικά οχήματα που είχαν γράψει ιστορία στους χωματόδρομους που άνοιγε κάποτε η ΜΟΜΑ επιβεβαίωσαν την ανάγκη τους ακόμη και στην εποχή των μεγάλων εργολαβιών που καθηλώνουν δυστυχώς τις ελπίδες των Αγραφιωτών για μια σωστή και ασφαλή οδική σύνδεση με τον έξω κόσμο!
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, στις 19/09/08. Το αναδημοσιεύω εδώ για να θυμόμαστε εκείνες τις ωραίες στιγμές στα Άγραφα.

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

ΤΟ ΓΕΡΑΚΙ ΤΟΥ ΠΡΩΪΝΟΥ

Ξυπνάει νωρίτερα από κάθε άλλο ένοικο του δάσους ή τον επισκέπτη του Δασικού Χωριού στο Καροπλέσι των θεσσαλικών Αγράφων το μεγάλο γεράκι και φέρνει, μόλις αρχίσουν να το βοηθούν τα ανοδικά ρεύματα του πρωϊνού, τις αργές βόλτες του πάνω από το Παλιοχώρι διαλέγοντας κορυφή ελάτου να κουρνιάσει. Από κει, αφού ξεχωρίσει με το βλέμμα το ανύψίαστο θύμα του, θα πέσει πάνω του σαν κεραυνός.
Έτσι, αυτό το άγριο πουλί γίνεται άθελά του και στοιχείο προβολής του τόπου και όσοι γνωρίζουν τις συνήθειές του σηκώνονται από τα χαράματα και πιάνουν θέση να το δούν και αν προλάβουν, να το φωτογραφίσουν εξηγώντας παράλληλα σε όσους δείχνουν ενδιαφέρον, ότι αυτό που πετάει, παρότι έχει μεγάλες φτερούγες δεν είναι αετός! Κι ακόμη ότι οι ξηροί κρωγμοί του δεν απευθύνονται στο ταίρι του καθώς από την εποχή των ερώτων έχει περάσει αρκετός καιρός, αλλά προς τον ταπεινό κόσμο του δάσους για να επιβεβαιώσει την ισχύ του και να τους επιστήσει την προσοχή!
Δεν έχει κανένα άλλο λόγο να ξυπνήσει τόσο νωρίς ο άρχοντας των Αγράφων… [23/09/08].

ΠΟΤΕ ΧΙΟΝΙΖΕΙ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ;


Σπάνια χιονίζει στα Άγραφα γιατί το χωριό είναι χτισμένο σε μια βαθιά πλαγιά και περιτριγυρίζεται από ψηλές κορυφές οι οποίες εμποδίζουν τον βαρύ καιρό που έρχεται από το Αιγαίο να τις περάσει. Το ορεινό συγκρότημα των Αγράφων αποτελεί ένα τεράστιο τείχος που διαφυλάσσει τον κόσμο του από τους βοριάδες και οι πρώτοι οικιστές σίγουρα πήραν υπόψη τους αυτή την ιδιομορφία πριν βάλλουν τα θεμέλια των μικρών χωριών τους. Έτσι μπορεί, μέχρι τα θεσσαλικά, όπως καλούνται κάποια βουνά των Αγράφων το χιόνι να φθάσει και τα δύο μέτρα αλλά ποτέ μέσα στο χωριό δεν θα ξεπεράσει τους 20 πόντους και το γεγονός ευνοούσε κατά το παρελθόν τα διαρκώς χειμαζόμενα αιγοπρόβατα του τόπου και διευκόλυνε κάπως τη μόνιμη εγκατάσταση των αδυνάμων και του κοσμάκη.
- Το χωριό Άγραφα ασπρίζει μόνο όταν ο καιρός είναι δυτικός· Γιαννιώτη λένε τον αέρα που τον φέρνει και καμιά φορά το χιόνι φτάνει ως την κοίτη του Αγραφιώτη αλλά για να μη δυστυχήσουν τα ζωντανά ποτέ ο τόπος δεν το κρατάει παραπάνω από δυο – τρεις ημέρες.

Αφιερωμένη στη Νόνη Παπαγεωργίου που έγινε από τις πρώτες φίλες μέλος της ομάδας στο FACEBOOK, "ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ".

Η "ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ" ΑΠΟ ΤΑ ΕΠΙΝΙΑΝΑ

Όταν βγαίνουμε από το χωριό Επινιανά και βαδίσουμε το δρόμο που οδηγεί προς στα ορεινά βοσκοτόπια και στη μοναχική Φτέρη, μπορούμε για αρκετό διάστημα να θαυμάσουμε από δυτικά το πανόραμα της «Κοιμωμένης των Αγράφων» και θα νοιώσουμε πως αν απλώσουμε το χέρι μας θα μπορέσουμε και να τη χαϊδέψουμε!
- Τόσο κοντά φαίνεται να είναι η πετρωμένη κόρη αλλά η εγγύτητα που παρέχει αυτό το σημείο ενδέχεται να διαλύσει το μύθο που διατηρεί η απόσταση του κάμπου για το φαινόμενο. Γιατί η «Κοιμωμένη» από τα Επινιανά δεν φαίνεται σαν κόρη αλλά σαν μια αδερφή της γριάς Πίνδου με πρόσωπο σχισμένο από τους κεραυνούς, τα χείλη μαραμένα από τις παγωνιές, τα μάτια στεγνά από τον ήλιο και τα μαλλιά της κουβάρι μπλεγμένο από τα ανεμοβρόχια. Το μάτι στομώνει στις βαθιές χαράδρες που χαρακώνουν τα στήθη της και στους τρανούς χαλιάδες της πέτρας που λιώνουν το κορμί της και φεύγει ψάχνοντας να βρει ένα σχήμα στα βουνά για να θεμελιώσει κάποιον άλλο πιο ανθεκτικό μύθο.

Αφιερωμένη στον συγγραφέα Κώστα Ακρίβο που έλκει τις ρίζες του από τα Πετρίλια και έδειξε ενδιαφέρον από την πρώτη στιγμή για την ομάδα "ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ".

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΡΙΠΟΤΑΜΟΥ

Κιβωτός γνώσης και πολιτισμού


Έτσι που το έφεραν τα πράγματα, η γενιά τους χρεώθηκε να σώσει αυτά που ενώ πριν από λίγα χρόνια ενώ ήταν κομμάτι της ζωής τους κόντεψε να χαθούν για πάντα…

Φυσικά και δεν υπάρχει πλέον εύγλωττος λόγος από των αριθμών και όταν μάλιστα αυτός εκφράζει ψυχρά και την πραγματικότητα, τότε είναι περιττό να μιλάμε για συμπτώσεις. Ο λόγος για το χωριό Τριπόταμος – Τατάρνα το έλεγαν παλιότερα- και 1957 που αριθμούσε περισσότερες από 1000 ψυχές, στα δυο σχολεία του πήγαιναν συνολικά 176 μαθητές! Σήμερα όλο το χωριό μετράει περίπου 170 μονίμους κατοίκους και το ωραίο πέτρινο σχολείο του που συμπλήρωσε πέρσι 50 χρόνια ζωής, ζωντανεύουν πλέον μόνο 7 παιδιά! Όλοι δε οι μαθητές του, Γιώργος και Νίκος Βασιλείου, Σπυριδούλα, Νίκη και Βασίλης Μπουκουβάλας και Κωνσταντίνος και Δημήτρης Κόπανος, προέρχονται μόνο από τρεις οικογένειες και συμπληρώνουν και τις έξι τάξεις! Ο μονοψήφιος αριθμός των μαθητών, ο οποίος του χρόνου σίγουρα θα γίνει μικρότερος, δεν ενθουσιάζει καθόλου το δάσκαλο Βασίλη Κόπανο ο οποίος αφού πέρασε 6 χρόνια στα θρανία του ίδιου σχολείου, διδάσκει τα παιδιά του χωριού του συνεχώς επί 25 ολόκληρα χρόνια, ούτε φυσικά και τη μικρή τοπική κοινωνία του Τριποτάμου η οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατηθεί στη γη των προγόνων της. Γι’ αυτό το λόγο, ο δάσκαλος με τα παιδιά εδώ και μερικά χρόνια άρχισαν και συγκεντρώνουν αντικείμενα του τοπικού πολιτισμού, τα φροντίζουν με ιδιαίτερη αγάπη και τα εκθέτουν με καμάρι στο μικρό λαογραφικό μουσείο που στεγάζεται σε μια αίθουσα του σχολείου. Στόχος όλων στον Τριπόταμο, είναι το σχολείο με τη μικρή συλλογή του να λειτουργήσει και μετά το κλείσιμό του ως χώρος γνώσης και συνέχειας του πολιτισμού της περιοχής και οι επόμενες γενιές να έχουν ένα σημείο αναφοράς για την τοπική ιστορία.

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ


ή όταν η προσφορά έχει γερά θεμέλια...

Το γεφύρι ήταν στην αυλή του σπιτιού της Φτερόλακκας που γεννήθηκε ο Λεωνίδας Τελώνης και η ανάδυσή του, του θυμίζει τον κόσμο που θάφτηκε στα νερά

Όπως κάθε μεγάλο έργο, έτσι και το περίφημο γεφύρι του Μανώλη στον Αγραφιώτη ποταμό κουβαλούσε πάντοτε στην καμαρωτή ράχη του, το δικό του, αληθινό μύθο!
…Κάποιος Μανώλης, από το χωριό Χρύσω Ευρυτανίας, άνθρωπος θεόφτωχος, στάθηκε τυχερός όταν μια ημέρα, πριν από 400 περίπου χρόνια βρήκε σε ένα χωράφι ένα καζάνι χρυσάφι και εκτός από ένα σωρό εκκλησίες που έκανε και πάμπολλες ευεργεσίες, θέλησε να βοηθήσει τους συντοπίτες του οι οποίοι κινδύνευαν όταν προσπαθούσαν να διαβούν το θυμωμένο ποταμό. Έτσι διέθεσε τρεις φτιαριές χρυσάφι στους μαστόρους για να γίνει το γεφύρι που πήρε το όνομά του και από τότε τον μακάριζαν όλοι στα Άγραφα και στην Ευρυτανία…
Το γεφύρι, μέχρι το 1965 που το σκέπασαν τα νερά του τεράστιου ταμιευτήρα νερού που προήλθε από το φράξιμο του Αχελώου και ο οποίος εσφαλμένα από πολλούς καλείται «Τεχνητή Λίμνη Κρεμαστών», ήταν το σύμβολο της προσφοράς αλλά και του τεχνικού επιτεύγματος εκείνης της μακρινής εποχής. Από εκείνη τη φοβερή ημέρα της κατάκλυσης όμως μέχρι πριν από λίγα χρόνια που άρχισαν να στερεύουν τα ποτάμια και η βροχή πλέον να σπανίζει, τα νερά του ταμιευτήρα έπεσαν πολύ χαμηλά. Σαν φάντασμα αποκαλύφθηκε πάλι το γεφύρι και ισκιώνει πάλι την λασπωμένη κοίτη του ποταμού. Ένα φάντασμα που τρομάζει τους ντόπιους και τους περαστικούς καθώς με την γερή κατασκευή του, υπενθυμίζει το μέτρο που πρέπει να έχουν οι παρεμβάσεις του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον αφενός, και αφετέρου, την ειλικρίνεια της προσφοράς εκείνου του μεγάλου ανθρώπου, του φτωχού Μανώλη. Πράγματα που δυστυχώς σπανίζουν, σε τούτη την εποχή που ακόμη και οι καλύτερες προθέσεις, τις περισσότερες φορές αποκαλύπτεται πως δεν έχουν καθόλου θεμέλια!

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Ο ΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ


Η Αλεξάνδρα και ο Χαράλαμπος καμαρώνουν μπροστά στο μύλο που λειτουργεί από Γαλανέϊκα χέρια περισσότερο από μισό αιώνα κοντά στην Παναγία της Ανατολικής Φραγκίστας

Στη μικρή πλατανοσκεπή λογγά, εκεί που σμίγουν τα δυο δυνατά ποταμάκια, ο Κερασοβίτης και το Φραγκιστινόρεμα, στη μέση του μονοπατιού που ένωνε κάποτε δυο ονομαστά χωριά της κεντρικής Ευρυτανίας, την Ανατολική με τη Δυτική Φραγκίστα καπνίζει ακόμα το τζάκι ενός από τους τελευταίους νερόμυλους της περιοχής, ο οποίος λειτουργεί όλο το χρόνο από τα νερά του ρέματος Αναυσάδες που πηγάζει δίπλα από την ιστορική εκκλησία της Σωτήρας.

Το γεγονός ότι τα νερά στις Αναυσάδες διατηρούν την ίδια ορμητική ροή όλο το χρόνο ήταν και η αφορμή να ιδρυθούν στη διαδρομή τους από τη Σωτήρα μέχρι την Παναγία τρεις μύλοι. Ιστορικά, γι’ αυτούς τους τρεις έχουμε πληροφορίες αλλά είναι βέβαιο ότι σε διάφορες χρονικές περιόδους κατά το παρελθόν πρέπει να λειτούργησαν και πολλοί άλλοι και ενδεχομένως μετά τις καταστροφές που πάθαιναν, τα υλικά τους χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή των επόμενων. Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως και η προφορική παράδοση αναφέρονται σε αυτούς τους τρεις μύλους. Τον Κάτω Μύλο ο οποίος είναι ο μόνος που λειτουργεί σήμερα, ο μύλος του Θεμελή και ο Πάνω Μύλος, από τους οποίους ούτε καν το σημείο που ήταν χτισμένοι διακρίνεται καθώς από το 1965 που σταμάτησαν, τους κατάπιε η πυκνή βλάστηση. Η λειτουργία τριών μύλων πάλι, φανερώνει, ότι στη γύρω περιοχή η κατοίκηση των ανθρώπων ήταν πυκνή, όπως πυκνές και αποδοτικές πρέπει να ήταν και οι καλλιέργειές τους στα ισιώματα και τις ξερολιθιές.
Παλιότερος μυλωνάς αναφέρεται ο Χαράλαμπος Θεμελής από τη Δυτική Φραγκίστα, ο οποίος ήξερε να φτιάχνει και μυλόπετρες από ντόπιες πέτρες. Αυτός είχε λένε πριν από το 1940 φτιάξει το μύλο που λέγονταν Μύλος του Θεμελή και κάποια στιγμή, πιθανόν από την αύξηση των προς άλεση καρπών της περιοχής, έφτιαξε και τον άλλο μύλο, τον Κάτω Μύλο ο οποίος λειτούργησε όλη την ταραγμένη δεκαετία 1940 – 50 και τον παράτησε λόγω γηρατειών.


Τότε ήταν που τον ανέλαβε ο Δημήτρης Γαλανός, ο οποίος είχε μάθει την τέχνη από τον Χαράλαμπο Θεμελή και τον δούλεψε μέχρι το 1990, που για άγνωστο λόγο, ο μύλος που είχε γλιτώσει από τη μανία των Γερμανών κατακτητών όταν πυρπόλησαν τον Αύγουστο του 1943 τα χωριά, μια νύχτα έγινε παρανάλωμα της φωτιάς. Τα χρόνια που ακολούθησαν, εξαιτίας της ανάγκης που είχε η περιοχή για άλεσμα επισκεύαστηκε - με τη βοήθεια μάλιστα του προγράμματος LEADER και τη λειτουργία του ανέλαβε ο γιος του Δημήτρη Γαλανού, Χαράλαμπος ο οποίος είχε μάθει την τέχνη του μυλωνά κοντά στον πατέρα του. Επειδή όμως αυτός δούλευε στις οικοδομές, το μύλο στη ουσία λειτουργούσε η γυναίκα του Αλεξάνδρα η οποία και αυτή μάλιστα είχε μάθει την τέχνη κοντά στον πεθερό της και την πεθερά της Όλγα. Εδώ και μια δεκαετία όμως, από τότε που συνταξιοδοτήθηκε ο Χαράλαμπος, οι δυο τους λειτουργούν κάθε ημέρα σχεδόν το μύλο και πιο πολύ τα Σαββατοκύριακα που άνθρωποι από όλη την Ευρυτανία, ακόμα και από τα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας φέρνουν καρπούς να αλέσουν.
Κάθε χρόνο λέει ο Χαράλαμπος, πρέπει να αλέθει περί τους 40 τόνους καλαμπόκι και σιτάρι. Ο αριθμός μπορεί βέβαια να εντυπωσιάζει, αλλά χρόνο με το χρόνο, συνεχώς μειώνεται και η μείωση αυτή απηχεί τη μείωση της κτηνοτροφίας στην περιοχή. Ο μύλος λοιπόν λειτουργεί ως δείκτης και ο Χαράλαμπος είναι ο πιο ενημερωμένος για την πορεία της κτηνοτροφίας στην περιοχή καθώς οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι που έχουν μικρά κοπάδια και τα οποία δεν μετακινούν ποτέ, χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν. «Πεθαίνει ο γέροντας», λέει χαρακτηριστικά και «καθώς δεν έχει ένα διάδοχο να αναλάβει το κοπάδι, τα παιδιά του το δίνουν στο χασάπη». Έτσι απλά, με δέκα λόγια περιγράφει ο Χαράλαμπος το τέλος της κτηνοτροφίας στην Ευρυτανία.
Τώρα, το πώς παρά τη μείωση της κτηνοτροφίας ο μύλος μπορεί να λειτουργεί και να αποφέρει στον Χαράλαμπο και την Αλεξάνδρα, δεν αποτελεί κανένα παράδοξο. Οι περισσότεροι που πηγαίνουν να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, είναι άνθρωποι που σαφώς και γνωρίζουν ή έχουν ακούσει τι είναι η «μπομπότα» και τι σήμαινε αυτή για τις προηγούμενες γενιές που έζησαν μέσα στη δυστυχία της φτώχειας και των πολέμων. Όλοι σχεδόν είχαν ξορκίσει τη «μπομπότα» και τη ζωή που συνδέονταν με αυτή. Τα τελευταία χρόνια όμως, εξαιτίας της στροφής των καταναλωτών προς τα παραδοσιακά ή τα βιολογικά προϊόντα, πολλοί ανακάλυψαν τη γεύση της μπομπότας και να τονίσουν περισσότερο το γεγονός, προμηθεύονται καλαμπόκι από την αγορά και πηγαίνουν να το αλέσουν στο μύλο. Αρκετοί μάλιστα είναι αυτοί που καλλιεργούν μικρά χωραφάκια με καλαμπόκι και πηγαίνουν να το αλέσουν, είτε για να φτιάχνουν μπομπότα ή για τροφή των μικρών κοπαδιών τους και ορισμένων οικόσιτων ζώων. Έτσι δε που πάνε τα πράγματα, ο μύλος θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Πιθανόν δε, όταν αποσυρθούν ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα, να τον αναλάβει ο γιος τους Δημήτρης ο οποίος έχει μάθει την τέχνη κοντά στους γονείς του οι οποίοι μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας από τους Γαλαναίους, τον θεωρούν «δικό τους» και περιμένουν το Δήμο Φραγκίστας στον οποίο βέβαια ανήκει, να τον συνδέσει με το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύματος!
Το ότι ο μύλος, καθότι είναι ο μόνος σε λειτουργία σε όλη τη Δυτική Ευρυτανία δεν έχει ρεύμα, αποτελεί ένα παράδοξο στη φιλολογία για την «ανάπτυξη» της περιοχής, αλλά το ημίφως που επικρατεί στο εσωτερικό του, του προσθέτει μια ιδιαίτερη αίσθηση παράδοσης την οποία βεβαίως και ενισχύει το δυνατό τζάκι που καίνε συνέχει κούτσουρα και η στάχτη του είναι έτοιμη να ψήσει μια φρεσκοζυμωμένη κουλούρα. Μοσχομυριστή αυτή θα συνοδευτεί μόλις ψηθεί με ωραίο ντόπιο τυρί και βεβαίως με τσίπουρο από τον ίδιο τόπο. Μια ανορθογραφία στην παράδοση των μύλων, αποτελεί το γεγονός ότι η αμοιβή του Χαράλαμπου δεν είναι πλέον το ξάϊ (ποσοστό επί του αλέσματος, συνήθως το 10%) αλλά τα χρήματα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί όπως προαναφέρθηκε, όσοι πάνε να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, πηγαίνουν με ένα συγκεκριμένο σκοπό και προτιμούν να πληρώσουν αντί να δώσουν το ποσοστό του μυλωνά.
Δίπλα σε αυτό το τζάκι κάθεται τις ώρες που περιμένει ο Χαράλαμπος και για μη μένει άπραγος, πελεκάει ξύλα και κατασκευάζει γκλίτσες, κουτάλια και άλλα πράγματα που του αρέσουν. Από μικρό του άρεσε η ξυλογλυπτική και τώρα βρήκε την ευκαιρία, με το μουρμουρητό της μυλόπετρας δίπλα του και το φως από το τζάκι, να ασχοληθεί με το μεράκι του. Και η Αλεξάνδρα όμως, δεν πάει πίσω και καθώς τα κατάφερνε πάντα με τα γλυκά, φτιάχνει ωραία γλυκά κουταλιού –κυδώνι, κεράσι, μήλο, κράνα – και τα βάζει σε γυάλινα βαζάκια για να συμπληρώσει τα εισοδήματα του μύλου. Με σιταρένιο αλεύρι επίσης που έχει κόψει ο μύλος τους, φτιάχνει παραδοσιακό τραχανά τον οποίο διαθέτει σε περιποιημένα σακουλάκια, το ίδιο κάνει και με το τσάι και τη ρίγανη που πηγαίνει και μαζεύει μόνη της στα βουνά των Αγράφων.
Ο Κάτω Μύλος, ο «Γαλαναίικος» πια όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, συμπληρώνεται το καλοκαίρι και από τη νεροτριβή που κινούν τα ίδια νερά των Αναυσάδων κι εδώ τα Σαββατοκύριακα γίνεται το αδιαχώρητο, καθώς από όλο το νομό Ευρυτανίας, αλλά και από τη Φθιώτιδα και την Αιτωλοακαρνανία πηγαίνουν εκεί για πλύσιμο βαριά ρούχα, κουβέρτες και χαλιά. Είναι το καλύτερο πλύσιμο λένε οι νοικοκυρές που το δοκιμάζουν και κλείνουν θέση από το χειμώνα στη νεροτριβή, την οποία λειτουργούν ο Χαράλαμπος και η Αλεξάνδρα. Με τα ίδια νερά, παλιότερα λειτουργούσε το τροχείο των Φλεγκαίων - πολλά αδέρφια, οι οποίοι εκτός από σιδηρουργοί της Δυτικής Φραγκίστας, ήταν και πολύ καλοί μουσικοί. Αυτοί είχαν εγκαταστήσει εκεί τροχείο και γύρω στο Πάσχα και κοντά στα καλοκαιρινά πανηγύρια, γιαλοκόπαγε ο τόπος από τα μαχαίρια και τα χαντζάρια που τροχούσαν, λέει ο Χαράλαμπος. Σε μια σπηλιά επίσης κοντά στο μύλο, ήταν ο χώρος που παλαιότερα πήγαιναν οι γανωτζήδες και εκεί γάνωναν τα χαλκώματα που μάζευαν από τα δυο χωριά.
Το μόνο που δεν λειτουργεί από εκείνη την εποχή που η λογγά ανάμεσα στα δυο ρέματα έσφυζε από ζωή και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο τη βιομηχανική ζώνη της παλιάς Μεγάλης Φραγκίστας, είναι τα μαντάνια. Μαζί όμως και οι δυο, ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα δεν έχουν παρά τέσσερα χέρια και δεν φτάνουν να τα προλάβουν όλα. Γιατί εκτός των άλλων, αυτοί οι δυο εργατικοί άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν και ένα σοβαρό κοπαδάκι με αρνοκάτσικα καθώς και μερικά μελίσσια, τα οποία είναι το μεράκι του Χαράλαμπου και του δίνουν κάθε χρόνο ευωδιαστό μέλι.




Το τζάκι δίνει ένα ιδιαίτερο κύρος σε κάθε μύλο το χειμώνα και κοντά στη φωτιά του στεγνώνουν οι επισκέπτες και πολλές φορές αρχίζουν να λένε ιστορίες από τα παλιά

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "Κυνήγι", τον Μάρτιο του 2007.

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

ΟΙ ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΦΡΟΝΤΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

Έλαμπε σαν αυγουστιάτικο μεσημέρι, παραμονές του Φωτισμού το 2005, ο τόπος στα Καμάρια και η απροσδόκητη χειμερινή καλοκαιρία γέμιζε με καλή διάθεση την παρέα στο αυτοκίνητο που είχε προορισμό το χωριό Άγραφα. Άστραφταν γύρω μας όλες οι κορυφές καθώς ήταν σκεπασμένες με παγωμένο χιόνι και στράβωναν τα μάτια που τολμούσαν να τις αντικρίσουν χωρίς μαύρα γυαλιά. Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στην καρδιά του χειμώνα να ξημερώνει μια τέτοια ηλιόλουστη ημέρα στα Άγραφα, αλλά ποτέ δεν είναι βέβαιο ότι θα την ακολουθήσει άλλη μια ίδια και το γεγονός ερμηνεύεται ως ένα παιχνίδι του καιρού ο οποίος πάντως ποτέ δεν ξεχνά να προειδοποιεί. Το μοναδικό συννεφάκι όλου του ουρανού με το οποίο έπαιζε εκείνο το απόγευμα ο αέρας πάνω από την κορυφή Παπαδημήτρης, δεν ήταν καθόλου αθώο όπως αποδείχθηκε σαν ξημέρωσε η επομένη ημέρα.
- Σε μια αγκαλιά συννεφάκι ήταν κρυμμένη μια τρομακτική χιονούρα που ξέσπασε το βράδυ και η καλοκαιρία, μια μόνο ημέρα που είχε παραχωρήσει ο χειμώνας στους αετούς και τα γεράκια των Αγράφων για ξεμουδιάσουν λιγάκι τις παγωμένες φτερούγες τους… [05/01/05]

Αφιερωμένο στην καλή φίλη Ηλιάννα Φωτοπούλου από τη Σχοινούσα γιατί ήταν από τις πρώτες που έγιναν μέλη στην ομάδα του FB, agrafagroup.blogspot.com

ΓΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΔΙΑΜΟΝΗ ΣΤΟΝ ΑΜΑΡΑΝΤΟ

Δεν είναι δα και λίγο πράγμα, να αφήσεις μια στρωμένη ζωή στην Αθήνα, να επιστρέψεις στη γενέτειρα και να αναλάβεις να ζωντανέψεις με τον τρόπο σου ένα κλειστό σχολείο και να τον εξελίξεις ως σημείο αναφοράς και όλη την περιοχή.
Το ρίσκο πήραν ο Αντώνης Παπαδάκος (αριστερά) με τον Θωμά Νικολόπουλο οι οποίοι ανέλαβαν και λειτουργούν υποδειγματικά εδώ και τρία χρόνια τον «Ξενώνα Αμαράντου» στο ομώνυμο χωριό του Δήμου Ιτάμου Αγράφων, 22 χιλιόμετρα από την Καρδίτσα που στεγάζεται στο κτίριο του παλιού Δημοτικού Σχολείου.
Το σχολείο φυσικά και έχει κλείσει ελλείψει μαθητών εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά το ωραίο κτίριο που έτυχε αναπαλαίωσης και λειτουργικής διαρρύθμισης έτσι ώστε να μπορεί να φιλοξενήσει αρκετά άτομα στα τέσσερα δωμάτια του ενώ η μεγάλη αίθουσα με τα φωτεινά παράθυρα, τις βιβλιοθήκες και το τζάκι αποτελεί πόλο έλξης τόσο για τους επισκέπτες, όσο και για τους ντόπιους για τους οποίους είναι και ένα ισχυρό στοιχείο που υποστηρίζει τη διαμονή τους στο χωριό και το χειμώνα.
Ο Θωμάς βέβαια με τον Αντώνη έχουν το προνόμιο να μοιράζονται τη δουλειά γιατί ένας τέτοιος χώρος απαιτεί λειτουργία επί 24ώρου βάσεως και εξυπηρετεί τους πελάτες με καφέδες, ποτά και καλό φαγητό. Πέρα όμως από τον ξενώνα, ο Αντώνης μπορεί να αναλάβει ξεναγήσεις και περιπάτους στην περιοχή η οποία είναι όμορφη όλο το χρόνο και δέχεται πολλούς φυσιολάτρεις που θέλουν να γνωρίσουν τα γεφύρια και τους συνοικισμούς του Αμαράντου καθώς και το ωραίο μονοπάτι που οδηγεί από το χωριό στην κορυφή του Ιτάμου (1670) για μια διαφορετική εικόνα της λίμνης Πλαστήρα. Όσο για τα βράδια, στον ξενώνα κανένας δεν πρόκειται να πλήξει γιατί ο Θωμάς κουβάλησε στον Αμάραντο και το μελωδικό μπουζούκι του. (Τηλ. Ξενώνα 2441083183 ή www. αmarandos.com).

ΕΝΑΣ ΟΙΩΝΟΣ ΜΕ ΠΟΛΛΕΣ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

«Κάπου θα καίγονταν ένα μέρος της πλάσης και καθρεφτίζεται στον ουρανό» σκεφτήκαμε και οι δυο καθώς δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε αλλιώς το εκπληκτικό φαινόμενο που συνέβη το απόγευμα του Φωτισμού του 2005, στον ουρανό των Αγράφων.
- Το σούρουπο κάλυπτε γρήγορα τα βήματά μας κοντά στη σμίξη του χωματόδρομου που κατεβαίνει από το Τροβάτο με τον λεγόμενο κεντρικό, επίσης χωματόδρομο, της περιοχής και το σκοτάδι ανέβαινε από τον ποταμό προς τις δασωμένες πλαγιές καταπίνοντας τα δέντρα και τους θάμνους, ακόμα και αυτό το περιποιημένο γεφύρι χάνονταν στην αγκαλιά μιας κρύας γεναριάτικης νύχτας. Ήταν ζήτημα λίγων λεπτών να φθάσει το σκοτάδι στις κορυφές, όταν σαν από θαύμα η αραιή νέφωση στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας πλημμύρισε από ένα σπάνιο μενεξεδένιο φως το οποίο δεν διήρκησε ούτε δυο λεπτά. Μέσα σε αυτόν τον λίγο χρόνο άλλαξε όλους τους τόνους του μοβ και σαν μαύρο βελούδο στο τέλος απλώθηκε στον αγραφιώτικο ουρανό. Όσοι το είδαν το φαινόμενο είπαν πως δεν είναι καλός οιωνός, αλλά δεν ήξεραν για τι πράγμα ακριβώς ο οιωνός προειδοποιούσε… [05/01/05].

- Αφιερωμένο στη Λουκία Ρικάκη, για μια ιδέα που μου έδωσε με τα σύννεφα της Ρόδου που τα έβαλε στις κάρτες των Χριστουγέννων και του νέου έτους. [FACEBOOK, 06/01/09].