Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

Ο ΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ

ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ


Η Αλεξάνδρα και ο Χαράλαμπος καμαρώνουν μπροστά στο μύλο που λειτουργεί από Γαλανέϊκα χέρια περισσότερο από μισό αιώνα κοντά στην Παναγία της Ανατολικής Φραγκίστας

Στη μικρή πλατανοσκεπή λογγά, εκεί που σμίγουν τα δυο δυνατά ποταμάκια, ο Κερασοβίτης και το Φραγκιστινόρεμα, στη μέση του μονοπατιού που ένωνε κάποτε δυο ονομαστά χωριά της κεντρικής Ευρυτανίας, την Ανατολική με τη Δυτική Φραγκίστα καπνίζει ακόμα το τζάκι ενός από τους τελευταίους νερόμυλους της περιοχής, ο οποίος λειτουργεί όλο το χρόνο από τα νερά του ρέματος Αναυσάδες που πηγάζει δίπλα από την ιστορική εκκλησία της Σωτήρας.

Το γεγονός ότι τα νερά στις Αναυσάδες διατηρούν την ίδια ορμητική ροή όλο το χρόνο ήταν και η αφορμή να ιδρυθούν στη διαδρομή τους από τη Σωτήρα μέχρι την Παναγία τρεις μύλοι. Ιστορικά, γι’ αυτούς τους τρεις έχουμε πληροφορίες αλλά είναι βέβαιο ότι σε διάφορες χρονικές περιόδους κατά το παρελθόν πρέπει να λειτούργησαν και πολλοί άλλοι και ενδεχομένως μετά τις καταστροφές που πάθαιναν, τα υλικά τους χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή των επόμενων. Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως και η προφορική παράδοση αναφέρονται σε αυτούς τους τρεις μύλους. Τον Κάτω Μύλο ο οποίος είναι ο μόνος που λειτουργεί σήμερα, ο μύλος του Θεμελή και ο Πάνω Μύλος, από τους οποίους ούτε καν το σημείο που ήταν χτισμένοι διακρίνεται καθώς από το 1965 που σταμάτησαν, τους κατάπιε η πυκνή βλάστηση. Η λειτουργία τριών μύλων πάλι, φανερώνει, ότι στη γύρω περιοχή η κατοίκηση των ανθρώπων ήταν πυκνή, όπως πυκνές και αποδοτικές πρέπει να ήταν και οι καλλιέργειές τους στα ισιώματα και τις ξερολιθιές.
Παλιότερος μυλωνάς αναφέρεται ο Χαράλαμπος Θεμελής από τη Δυτική Φραγκίστα, ο οποίος ήξερε να φτιάχνει και μυλόπετρες από ντόπιες πέτρες. Αυτός είχε λένε πριν από το 1940 φτιάξει το μύλο που λέγονταν Μύλος του Θεμελή και κάποια στιγμή, πιθανόν από την αύξηση των προς άλεση καρπών της περιοχής, έφτιαξε και τον άλλο μύλο, τον Κάτω Μύλο ο οποίος λειτούργησε όλη την ταραγμένη δεκαετία 1940 – 50 και τον παράτησε λόγω γηρατειών.


Τότε ήταν που τον ανέλαβε ο Δημήτρης Γαλανός, ο οποίος είχε μάθει την τέχνη από τον Χαράλαμπο Θεμελή και τον δούλεψε μέχρι το 1990, που για άγνωστο λόγο, ο μύλος που είχε γλιτώσει από τη μανία των Γερμανών κατακτητών όταν πυρπόλησαν τον Αύγουστο του 1943 τα χωριά, μια νύχτα έγινε παρανάλωμα της φωτιάς. Τα χρόνια που ακολούθησαν, εξαιτίας της ανάγκης που είχε η περιοχή για άλεσμα επισκεύαστηκε - με τη βοήθεια μάλιστα του προγράμματος LEADER και τη λειτουργία του ανέλαβε ο γιος του Δημήτρη Γαλανού, Χαράλαμπος ο οποίος είχε μάθει την τέχνη του μυλωνά κοντά στον πατέρα του. Επειδή όμως αυτός δούλευε στις οικοδομές, το μύλο στη ουσία λειτουργούσε η γυναίκα του Αλεξάνδρα η οποία και αυτή μάλιστα είχε μάθει την τέχνη κοντά στον πεθερό της και την πεθερά της Όλγα. Εδώ και μια δεκαετία όμως, από τότε που συνταξιοδοτήθηκε ο Χαράλαμπος, οι δυο τους λειτουργούν κάθε ημέρα σχεδόν το μύλο και πιο πολύ τα Σαββατοκύριακα που άνθρωποι από όλη την Ευρυτανία, ακόμα και από τα χωριά της Αιτωλοακαρνανίας φέρνουν καρπούς να αλέσουν.
Κάθε χρόνο λέει ο Χαράλαμπος, πρέπει να αλέθει περί τους 40 τόνους καλαμπόκι και σιτάρι. Ο αριθμός μπορεί βέβαια να εντυπωσιάζει, αλλά χρόνο με το χρόνο, συνεχώς μειώνεται και η μείωση αυτή απηχεί τη μείωση της κτηνοτροφίας στην περιοχή. Ο μύλος λοιπόν λειτουργεί ως δείκτης και ο Χαράλαμπος είναι ο πιο ενημερωμένος για την πορεία της κτηνοτροφίας στην περιοχή καθώς οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι που έχουν μικρά κοπάδια και τα οποία δεν μετακινούν ποτέ, χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν. «Πεθαίνει ο γέροντας», λέει χαρακτηριστικά και «καθώς δεν έχει ένα διάδοχο να αναλάβει το κοπάδι, τα παιδιά του το δίνουν στο χασάπη». Έτσι απλά, με δέκα λόγια περιγράφει ο Χαράλαμπος το τέλος της κτηνοτροφίας στην Ευρυτανία.
Τώρα, το πώς παρά τη μείωση της κτηνοτροφίας ο μύλος μπορεί να λειτουργεί και να αποφέρει στον Χαράλαμπο και την Αλεξάνδρα, δεν αποτελεί κανένα παράδοξο. Οι περισσότεροι που πηγαίνουν να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, είναι άνθρωποι που σαφώς και γνωρίζουν ή έχουν ακούσει τι είναι η «μπομπότα» και τι σήμαινε αυτή για τις προηγούμενες γενιές που έζησαν μέσα στη δυστυχία της φτώχειας και των πολέμων. Όλοι σχεδόν είχαν ξορκίσει τη «μπομπότα» και τη ζωή που συνδέονταν με αυτή. Τα τελευταία χρόνια όμως, εξαιτίας της στροφής των καταναλωτών προς τα παραδοσιακά ή τα βιολογικά προϊόντα, πολλοί ανακάλυψαν τη γεύση της μπομπότας και να τονίσουν περισσότερο το γεγονός, προμηθεύονται καλαμπόκι από την αγορά και πηγαίνουν να το αλέσουν στο μύλο. Αρκετοί μάλιστα είναι αυτοί που καλλιεργούν μικρά χωραφάκια με καλαμπόκι και πηγαίνουν να το αλέσουν, είτε για να φτιάχνουν μπομπότα ή για τροφή των μικρών κοπαδιών τους και ορισμένων οικόσιτων ζώων. Έτσι δε που πάνε τα πράγματα, ο μύλος θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Πιθανόν δε, όταν αποσυρθούν ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα, να τον αναλάβει ο γιος τους Δημήτρης ο οποίος έχει μάθει την τέχνη κοντά στους γονείς του οι οποίοι μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας από τους Γαλαναίους, τον θεωρούν «δικό τους» και περιμένουν το Δήμο Φραγκίστας στον οποίο βέβαια ανήκει, να τον συνδέσει με το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύματος!
Το ότι ο μύλος, καθότι είναι ο μόνος σε λειτουργία σε όλη τη Δυτική Ευρυτανία δεν έχει ρεύμα, αποτελεί ένα παράδοξο στη φιλολογία για την «ανάπτυξη» της περιοχής, αλλά το ημίφως που επικρατεί στο εσωτερικό του, του προσθέτει μια ιδιαίτερη αίσθηση παράδοσης την οποία βεβαίως και ενισχύει το δυνατό τζάκι που καίνε συνέχει κούτσουρα και η στάχτη του είναι έτοιμη να ψήσει μια φρεσκοζυμωμένη κουλούρα. Μοσχομυριστή αυτή θα συνοδευτεί μόλις ψηθεί με ωραίο ντόπιο τυρί και βεβαίως με τσίπουρο από τον ίδιο τόπο. Μια ανορθογραφία στην παράδοση των μύλων, αποτελεί το γεγονός ότι η αμοιβή του Χαράλαμπου δεν είναι πλέον το ξάϊ (ποσοστό επί του αλέσματος, συνήθως το 10%) αλλά τα χρήματα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί όπως προαναφέρθηκε, όσοι πάνε να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, πηγαίνουν με ένα συγκεκριμένο σκοπό και προτιμούν να πληρώσουν αντί να δώσουν το ποσοστό του μυλωνά.
Δίπλα σε αυτό το τζάκι κάθεται τις ώρες που περιμένει ο Χαράλαμπος και για μη μένει άπραγος, πελεκάει ξύλα και κατασκευάζει γκλίτσες, κουτάλια και άλλα πράγματα που του αρέσουν. Από μικρό του άρεσε η ξυλογλυπτική και τώρα βρήκε την ευκαιρία, με το μουρμουρητό της μυλόπετρας δίπλα του και το φως από το τζάκι, να ασχοληθεί με το μεράκι του. Και η Αλεξάνδρα όμως, δεν πάει πίσω και καθώς τα κατάφερνε πάντα με τα γλυκά, φτιάχνει ωραία γλυκά κουταλιού –κυδώνι, κεράσι, μήλο, κράνα – και τα βάζει σε γυάλινα βαζάκια για να συμπληρώσει τα εισοδήματα του μύλου. Με σιταρένιο αλεύρι επίσης που έχει κόψει ο μύλος τους, φτιάχνει παραδοσιακό τραχανά τον οποίο διαθέτει σε περιποιημένα σακουλάκια, το ίδιο κάνει και με το τσάι και τη ρίγανη που πηγαίνει και μαζεύει μόνη της στα βουνά των Αγράφων.
Ο Κάτω Μύλος, ο «Γαλαναίικος» πια όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, συμπληρώνεται το καλοκαίρι και από τη νεροτριβή που κινούν τα ίδια νερά των Αναυσάδων κι εδώ τα Σαββατοκύριακα γίνεται το αδιαχώρητο, καθώς από όλο το νομό Ευρυτανίας, αλλά και από τη Φθιώτιδα και την Αιτωλοακαρνανία πηγαίνουν εκεί για πλύσιμο βαριά ρούχα, κουβέρτες και χαλιά. Είναι το καλύτερο πλύσιμο λένε οι νοικοκυρές που το δοκιμάζουν και κλείνουν θέση από το χειμώνα στη νεροτριβή, την οποία λειτουργούν ο Χαράλαμπος και η Αλεξάνδρα. Με τα ίδια νερά, παλιότερα λειτουργούσε το τροχείο των Φλεγκαίων - πολλά αδέρφια, οι οποίοι εκτός από σιδηρουργοί της Δυτικής Φραγκίστας, ήταν και πολύ καλοί μουσικοί. Αυτοί είχαν εγκαταστήσει εκεί τροχείο και γύρω στο Πάσχα και κοντά στα καλοκαιρινά πανηγύρια, γιαλοκόπαγε ο τόπος από τα μαχαίρια και τα χαντζάρια που τροχούσαν, λέει ο Χαράλαμπος. Σε μια σπηλιά επίσης κοντά στο μύλο, ήταν ο χώρος που παλαιότερα πήγαιναν οι γανωτζήδες και εκεί γάνωναν τα χαλκώματα που μάζευαν από τα δυο χωριά.
Το μόνο που δεν λειτουργεί από εκείνη την εποχή που η λογγά ανάμεσα στα δυο ρέματα έσφυζε από ζωή και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο τη βιομηχανική ζώνη της παλιάς Μεγάλης Φραγκίστας, είναι τα μαντάνια. Μαζί όμως και οι δυο, ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα δεν έχουν παρά τέσσερα χέρια και δεν φτάνουν να τα προλάβουν όλα. Γιατί εκτός των άλλων, αυτοί οι δυο εργατικοί άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν και ένα σοβαρό κοπαδάκι με αρνοκάτσικα καθώς και μερικά μελίσσια, τα οποία είναι το μεράκι του Χαράλαμπου και του δίνουν κάθε χρόνο ευωδιαστό μέλι.




Το τζάκι δίνει ένα ιδιαίτερο κύρος σε κάθε μύλο το χειμώνα και κοντά στη φωτιά του στεγνώνουν οι επισκέπτες και πολλές φορές αρχίζουν να λένε ιστορίες από τα παλιά

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "Κυνήγι", τον Μάρτιο του 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου